Ήταν 7 Ιουνίου του 1993, όταν ο Ντράζεν Πέτροβιτς άφηνε την τελευταία του πνοή σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στον αυτοκινητόδρομο Autobahn 9, στο Ντέκεντορφ της Γερμανίας.

Πέρασαν 25 χρόνια ολόκληρα από εκείνη την αποφράδα ημέρα που ο «Μότσαρτ» του ευρωπαϊκού (και όχι μόνο) μπάσκετ σίγησε μία για πάντα.

Ο -κατά πολλούς- κορυφαίος Ευρωπαίος μπασκετμπολίστας όλων των εποχών βύθισε στο πένθος όλους εκείνους που εκτιμούσαν και ήξεραν να απολαμβάνουν μία θεσπέσια μπασκετική συναυλία, με το «Γιο του Διαβόλου» να βρίσκεται πάντα στη σύνθεση της «Μελωδίας της Ευτυχίας». Ο «δολοφόνος» των παρκέ κατόρθωσε να γίνει σύμβολο μίας ολόκληρης ηπείρου κατακτώντας τα πάντα στα 28 χρόνια του. Και θα είχε κατακτήσει ακόμα περισσότερα, αν η μοίρα δεν αποφάσιζε να τον κλέψει τόσο γρήγορα και άδικα από την αγκαλιά της πορτοκαλί μπάλας, την οποία λάτρεψε με όλη του την ψυχή.

Γεννημένος στις 22 Οκτωβρίου του 1964 στην περιοχή Σιμπένικ της Κροατίας, ο Ντράζεν έδειξε από πολύ μικρός ενδιαφέρον για τη «σπυριάρα».

Όντας μόλις 9 ετών, ακολουθούσε το μεγαλύτερο αδελφό του, Άτσο, στο γήπεδο όπου έκανε προπονήσεις με την τοπική ομάδα στις οποίες, όπως ήταν φυσικό, δε συμμετείχε. Η αγάπη του δε για το άθλημα ήταν τόσο μεγάλη που (όπως έχει αποκαλύψει ο αδελφός του) από τις 6:00 έως τις 8:00 το πρωί –καθημερινά- βρισκόταν ήδη στο γήπεδο της Σιμπένικ και έκανε ατομικές προπονήσεις. Έτσι, μετά από σχεδόν έξι χρόνια, έφθασε η στιγμή που περίμενε. Έγινε μέλος της ανδρικής ομάδας της περιοχής του, έχοντας πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάθε της παιχνίδι. Μάλιστα, την οδήγησε δύο φορές στους τελικούς του Κυπέλλου Κόρατς (1982 και 1983) αλλά έχασε και τις δύο από τη μεγάλη Λιμόζ του Ρισάρντ Ντακουρί. Παρά τον ηγετικό του ρόλο στο σύλλογο της ιδιαίτερης πατρίδας του, ο Ντράζεν φαινόταν πως ήθελε νέες προκλήσεις (ποτέ δε σταμάτησε να τις ψάχνει καθ’ όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του). Τις οποίες και βρήκε στην Τσιμπόνα.

Μετακόμισε στην ομάδα της πρωτεύουσας της Κροατίας το 1984, στην οποία παρέμεινε μέχρι και το 1988. Η παράσταση μόλις είχε ξεκινήσει. Στην πρώτη κιόλας χρονιά του οδήγησε την Τσιμπόνα στην κατάκτηση του πρωταθλήματος και του κυπέλλου Γιουγκοσλαβίας, ενώ η κορυφαία στιγμή του για εκείνη τη σεζόν ήταν η κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (σημερινή Euroleague). Στον τελικό που διεξήχθη στην Αθήνα, η Τσιμπόνα τέθηκε αντιμέτωπη με τη Ρεάλ Μαδρίτης. Ο Πέτροβιτς ήταν εκπληκτικός και με 36 πόντους οδήγησε την ομάδα του στη χρυσή κορυφή της Ευρώπης για πρώτη φορά στην ιστορία της. Ήταν όμως αχόρταγος. Τόσο πολύ, που την επόμενη χρονιά «πήρε από το χέρι» τους συμπαίκτες του και τους έδειξε, με μαεστρικό τρόπο, πως μπορείς να υπερασπιστείς τον τίτλο του πρωταθλητή.

Στον τελικό του 1986, ο οποίος πραγματοποιήθηκε στη Βουδαπέστη, ο φίλαθλος κόσμος είχε την τύχη να δει μία πραγματική τιτανομαχία ανάμεσα στην Τσιμπόνα του «Μότσαρτ» και στη Ζαλγκίρις Κάουνας του θηριώδους, Άρβιντας Σαμπόνις. Ο μαέστρος της κροατικής ομάδας σημείωσε 22 πόντους, βοηθώντας τα μέγιστα στη διατήρηση του τροπαίου σε Κροατικό έδαφος. Η σεζόν 1985-1986 ολοκληρώθηκε με την κατάκτηση και του κυπέλλου Γιουγκοσλαβίας καθώς, στον τελικό της διοργάνωσης, ο Ντράζεν «φόρτωσε» το καλάθι της ΚΚ Μπόσνα με 46 πόντους. Με το τέλος της αγωνιστικής περιόδου δήλωσε συμμετοχή στο «καταραμένο draft», όπου και επιλέχθηκε στο νούμερο 60 από τους Πόρτλαντ Τρέιλ Μπλέιζερς. Το 1987 η Τσιμπόνα προσέθεσε ακόμη ένα ευρωπαϊκό τίτλο στην τροπαιοθήκη της, το Κύπελλο Σαπόρτα. Ο Πέτροβιτς πέτυχε 28 πόντους στον τελικό της διοργάνωσης, αποτελώντας τον κύριο εκφραστή των επιθέσων της ομάδας του κόντρα στη Σκαβολίνι. Στο πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας είχε 37,7 πόντους ανά αγώνα ενώ στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα 33,8. Το 1986 πέτυχε 51 πόντους (10 τρίποντα, 10 ασίστ) απέναντι στη Λιμόζ και 45 πόντους με 25 ασίστ κόντρα στην Ολύμπια Μιλάνο.

Στο μαγικό κόσμο του ΝΒΑ

Οι σειρήνες από το NBA ηχούσαν δυνατά στα αυτιά του. Όμως ο ίδιος είχε άλλα σχέδια. Αποφάσισε να κάνει ένα ακόμα βήμα (πριν το μεγάλο) και υπέγραψε συμβόλαιο με τη Ρεάλ Μαδρίτης, με τις ετήσιες απολαβές του να αγγίζουν το αστρονομικό ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων δολαρίων. Τη μία και μοναδική σεζόν που αγωνίστηκε στην Ισπανία, ο «Γιος του Διαβόλου» βοήθησε τη «Βασίλισσα» να κατακτήσει το Κύπελλο Σαπόρτα, νικώντας στον τελικό της διοργάνωσης την Κασέρτα με 117-113, με τον Κροάτη guard να σημειώνει 62 πόντους. Η Μπαρτσελόνα του στέρησε το πρωτάθλημα Ισπανίας, αλλά πήρε την εκδίκησή του απέναντι στην ομάδα της Καταλωνίας στον τελικό του ισπανικού Κυπέλλου. Είχε έρθει η στιγμή του αμερικανικού ονείρου.

Οι Μπλέιζερς εξαγόρασαν το συμβόλαιό του και η ευκαιρία που περίμενε έφθασε; Όχι ακριβώς, καθώς η συμμετοχή των Κλάιντ Ντρέξλερ και Τέρι Πόρτερ στην ομάδα των Μπλέιζερς δεν του επέτρεψε να ξεδιπλώσει αμέσως τις χάρες του στα αμερικανικά παρκέ.

Ο Ρικ Άντελμαν -τότε προπονητής της ομάδας του Πόρτλαντ- δεν εμπιστευόταν τον Κροάτη guard, με το χρόνο συμμετοχής του να κυμαίνεται την πρώτη του χρονιά στο NBA στα 12 λεπτά ανά παιχνίδι και τη σεζόν 1990-1991 να πέφτει στα 7 λεπτά.

Ο Ντράζεν ήθελε απεγνωσμένα να φύγει από τη «φυλακή» του Πόρτλαντ και η ευχή του πραγματοποιήθηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1991 όταν και έγινε ανταλλαγή στους Νιου Τζέρσεϊ Νετς. Ο μέσος όρος του αυξήθηκε στα 20,5 λεπτά ανά αγώνα σκοράροντας 12,6 πόντους σε 43 παιχνίδια μέχρι και το τέλος της σεζόν.

Με την έναρξη της αγωνιστικής περίοδου 1991-1992, ο Ντράζεν ήταν έτοιμος να δείξει σε όλους για πιο λόγο είχε το παρατσούκλι Μότσαρτ. Ο μέσος όρος συμμετοχής του εκτοξεύθηκε στα 36,9 λεπτά, πετυχαίνοντας 20,6 πόντους ανά αγώνα. Ο Μπιλ Φιτς (σ.σ. προπονητής των Νετς από το 1989 έως και το 1992) του έδωσε τα κλειδιά της ομάδας και αυτός, σα γνήσιος νικητής, οδήγησε τους Νετς στα playoffs του NBA, όπου αποκλείστηκαν στον πρώτο γύρο από τους Κλίβελαντ Καβαλίερς.

Η επόμενη σεζόν (με τον Τσακ Ντέιλι στον πάγκο) ήταν ακόμα καλύτερη για τον «Πέτρο» (έτσι τον αποκαλούσαν στην Αμερική). Σκόραρε 22,3 πόντους με 52% στα σουτ εντός πεδιάς και ψηφίστηκε στην τρίτη καλύτερη πεντάδα του NBA. Μολαταύτα, δεν πήρε πρόσκληση για το All Star Game, γεγονός που τον πίκρανε αρκετά, με τον ίδιο να δηλώνει: «Αν δε με καλέσουν τώρα, πότε θα το κάνουν; Δεν ξέρω πώς να πάρω αυτή την αδικία. Με κάλεσαν να πάρω μέρος στον διαγωνισμό τριπόντων. Όχι ευχαριστώ, δεν το χρειάζομαι αυτό. Ανήκω στο παρκέ». Ταυτόχρονα, πάντα σύμφωνα με τα δικά του μέτρα, δεν είχε κατορθώσει να αποκτήσει την αναγνώριση που ήθελε.

Το ενδεχόμενο επιστροφής στην Ευρώπη φάνταζε πλέον πάρα πολύ πιθανό. Μάλιστα, φήμες εκείνη την περίοδο -οι οποίες ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια της παρουσίας του παίκτη και της εθνικής Κροατίας στην Πολωνία για το προκριματικό τουρνουά του Ευρωμπάσκετ του 1993, που θα διεξαγόταν στη Γερμανία- έλεγαν πως ο Πέτροβιτς είχε έρθει σε προφορική συμφωνία με τον Παναθηναϊκό και τον Παύλο Γιαννακόπουλο για συμβόλαιο συνεργασίας. Αυτές οι φήμες επιβεβαιώθηκαν τόσο από τον ίδιο τον Ντράζεν, όσο και από τον Παύλο Γιαννακόπουλο, χρόνια μετά το θάνατό του. Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια.

«Πλάβι» και Κροατία

Ξέχωρα όμως από τις επιτυχίες του σε συλλογικό επίπεδο, ο Ντράζεν κέρδισε πολλές διακρίσεις και σε επίπεδο εθνικών ομάδων (Γιουγκοσλαβία και Κροατία). Χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984 και ασημένιο σε αυτούς του 1988 με την ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Τρίτη θέση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1986 και πρωταθλητής κόσμου το 1990 πάλι με τη φανέλα της Γιουγκοσλαβίας.

Σε επίπεδο πανευρωπαϊκών πρωταθλημάτων ο Πέτροβιτς βγήκε τρίτος στο Πανευρωπαϊκό του 1987 στην Αθήνα και πρώτος το 1989 στο Ζάγκρεμπ, όπου ανακηρύχθηκε πολυτιμότερος παίκτης της διοργάνωσης (σ.σ. στη φωτ. με τον Βλάντε Ντίβατς).

Τέλος, με την Εθνική ομάδα της Κροατίας κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του 1992. Στον τελικό της διοργάνωσης, οι Κροάτες αντιμετώπισαν την αυθεντική Dream Team, γνωρίζοντας την ήττα με 117-85. Με την Εθνική Κροατίας είχε 40 εμφανίσεις, πετυχαίνοντας συνολικά 1002 πόντους. Το καλύτερό του επιθετικά παιχνίδι το πραγματοποίησε κόντρα στην Εσθονία (48π).

Το 2007 έγινε η εισαγωγή του στο Hall of Fame της FIBA, ενώ η Τσιμπόνα άλλαξε την ονομασία του γηπέδου της σε «Drazen Petrovic Basketball Hall», αποσύροντας και τη φανέλα με το νούμερο 10.

 

Είπαν για τον Ντράζεν Πέτροβιτς

Μάικλ Τζόρνταν: «Ήταν ο μόνος παίκτης που με κοίταγε στα μάτια χωρίς να φοβάται».

Νέβεν Σπάχια: «Δεν άντεχε τις ήττες. Τις μισούσε. Όταν έχανε στα “μονά” δεν μιλούσε σε κανέναν για ώρες. Δεν άντεχε να χάνει ούτε στα χαρτιά. Όταν σαν παίκτης της Σιμπένκα γνώριζε την ήττα, έμενε για ώρες στο γυμναστήριο για να σουτάρει».

Τομ Νιούελ: «Κανένας παίκτης δεν έχει δουλέψει σκληρότερα».

Αλεξάντερ Πέτροβιτς: «Εργασιομανής, φανατικός, εθισμένος στο μπάσκετ. Ναι ήταν. Και ξέρετε γιατί; Όχι επειδή γυμναζόταν 7-8 ώρες τη μέρα, αλλά επειδή ποτέ δεν πήρε μια μέρα ρεπό», «Τα χρόνια που έπαιξα μαζί με τον Ντράζεν στην Τσιμπόνα ήταν τα ευκολότερα της καριέρας μου».

Τσακ Ντέιλι: «Έπρεπε να φύγω πέρσι από τους Νετς, όταν ο “καπετάνιος” μας έφυγε από το πλοίο» (ένα χρόνο μετά το θάνατο του Ντράζεν).

Νταν Πίτερσον: «Η Τσιμπόνα έχει καλούς παίκτες, αλλά ο Ντράζεν είναι μια ομάδα μόνος του».

Ρούντι Τομζάνοβιτς: «Είναι ο καλύτερος σουτέρ στο ΝΒΑ. Παίζει με καρδιά και θέληση, αποδεικνύοντας ότι πραγματικά αγαπά το παιχνίδι».

Ουίλις Ριντ: «Σήμερα είναι σα να έχασα ένα γιο» (όταν σκοτώθηκε ο Ντράζεν).

Ντέιβιντ Στερν: «Είμαστε χαρούμενοι που τον γνωρίσαμε».
Παναγιώτης Γιαννάκης: «Δίχως αμφιβολία, ο Ντράζεν Πέτροβιτς μου δημιουργούσε πολύ άγχος κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να τον αντιμετωπίσω. Ήταν πολύ απρόβλεπτος παίκτης. Απίστευτο ταλέντο».