«Κάλλιο αργά παρά ποτέ» λέει ο θυμόσοφος λαός και στην περίπτωση του Άρβιντας Σαμπόνις η συγκεκριμένη ρήση αρμόζει απόλυτα!

Πραγματοποιώντας το άλμα για το ΝΒΑ το 1995 σε ηλικία 31 ετών (19/12/1964, Κάουνας) ο Λιθουανός γίγαντας (2.21μ.) έδωσε «απαντήσεις» σε όσους υποστήριζαν ότι τα… ψωμιά του είχαν τελειώσει. Όντας πρωταθλητής Ευρώπης και μην έχοντας πλέον να αποδείξει απολύτως τίποτα επί ευρωπαϊκού εδάφους, πέρασε τις πύλες του «Μαγικού Κόσμου». Την προηγούμενη χρονιά, άλλωστε, ο Bob Whitsitt είχε αναλάβει χρέη γενικού διευθυντή στους Μπλέιζερς και η περίπτωση του «Sabas» τον ενδιέφερε πολύ.

Ο μύθος που άρχισε να περικλείει τον κορυφαίο σέντερ όλων των εποχών, από το 1986 και μετά, τον μετέτρεψε από παιδί-θαύμα σε σούπερ σταρ. Το τι μπορούσε να κάνει, μετά και τη στενή παρακολούθηση των ανθρώπων της ομάδας για πάνω από δύο χρόνια, ήταν εμφανές και αναμφισβήτητο. Έτσι, ο Whitsitt αποφάσισε να ταξιδέψει στη Μαδρίτη, προκειμένου να συζητήσει με τον πρωταθλητή Ευρώπης του 1995 το ενδεχόμενο να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο ΝΒΑ. Η συνάντηση (επαγγελματικό δείπνο) πραγματοποιήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Ο «Sabas» κατέφθασε συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειάς του, που δεν ήθελαν να τον αφήσουν μόνο του σε μία τόσο σημαντική στιγμής της ζωής του.

Οι δύο άνδρες κάθισαν σε διαφορετικό τραπέζι από τους συγγενείς του Σαμπόνις. Ο Whitsitt έμεινε έκπληκτος από την ταπεινότητά του. «Δεν ξέρω τι έκανα για να βρίσκομαι εδώ, όμως είμαι χαρούμενος και περήφανος. Όχι μόνο για εμένα, αλλά και για την πατρίδα μου».

«Εάν ο Σαμπόνις δεν είχε ταλαιπωρηθεί από τραυματισμούς, θα μπορούσε να επηρεάσει το παιχνίδι όπως ο Μάικλ Τζόρνταν». Αυτά τα λόγια του Whitsitt θεωρήθηκαν υπερβολικά. Ίσως και να είναι. Η δήλωσή του όμως βρήκε υποστηρικτές. Κάποιοι μάλιστα, όπως ο Bill Walton, είχαν γοητευτεί από το «πακέτο» του χαρισματικού Λιθουανού.

Ο δύο φορές πρωταθλητής ΝΒΑ (1977, 1986), είχε δει για πρώτη φορά τον Arvydas να αγωνίζεται το 1983 (19 χρονών) στο Ευρωμπάσκετ της Γαλλίας, όπου είχε 17.7 πόντους ανά παιχνίδι. «Σε μία από τις αναμετρήσεις παραλίγο να πετύχει quadruple double στο ημίχρονο. Όμως ο προπονητής του, Αλεξάντερ Γκομέλσκι, δεν τον χρησιμοποίησε στην επανάληψη. Τότε σκέφτηκα ότι ίσως θα έπρεπε να αλλάξουν ορισμένοι κανόνες του παιχνιδιού. Έκανε τα πάντα. Είχε το ταλέντο των Μπερντ και Μάραβιτς, τα αθλητικά προσόντα του Καρίμ και σκόραρε από τη γραμμή του τριπόντου. Έπρεπε να τον είχαμε αρπάξει από τα χέρια των Σοβιετικών στις αρχές της δεκαετίας του ΄80».

Σύμφωνα με πληροφορίες φίλων και συγγενών του «θαύματος», που είδαν το φως της δημοσιότητας με καθυστέρηση, αποκαλύφθηκε ότι ένας από τους βασικότερους λόγους που ο χρυσός Ολυμπιονίκης της Σεούλ δε δοκίμασε πριν από το 1995 τις δυνάμεις του στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ήταν οι απειλές που δέχθηκε από τον Γκομέλσκι. Σύμφωνα με τις πηγές τού είπε πως σε περίπτωση που προσπαθούσε να συνεχίσει την καριέρα του στην Αμερική, η οικογένειά του θα διέτρεχε κίνδυνο!

Ο Σαμπόνις από την μεριά του υποστήριξε ότι δεν ήταν βέβαιος αν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στο απαιτητικό πρόγραμμα του ΝΒΑ. «Δεν ήμουν σίγουρος. Νόμιζα πως ήταν επικίνδυνο να το προσπαθήσω. Ίσως είχα δίκιο, ίσως και όχι. Αλλά εκείνη τη χρονική στιγμή κανένας δε μίλησε μαζί μου σοβαρά».

Το 1995 όμως ήταν έτοιμος για τη μεγαλύτερη πρόκληση της μπασκετικής του σταδιοδρομίας. «Ήμουν 30 χρονών και το Πόρτλαντ με κάλεσε. Τότε σκέφτηκα ότι αν το θέλω πραγματικά, θα πρέπει να το επιχειρήσω. Ήταν η τελευταία ευκαιρία» είπε και ευτυχώς την αξιοποίησε θα πούμε εμείς!

Εξάλλου, τα νούμερα μιλούν από μόνα τους: αγωνίστηκε εφτά χρόνια στο κορυφαίο πρωτάθλημα του πλανήτη. Σε σύνολο 470 αγώνων είχε 12 πόντους και 7.3 ριμπάουντ ανά παιχνίδι, ενώ οι αντίστοιχοι αριθμοί στα playoffs είναι 12.1 και 7.4. Η σεζόν 1997-1998 ήταν η πιο παραγωγική του στο ΝΒΑ (16 πόντοι και 10 ριμπάουντ), ενώ στην postseason του 1996 σκόραρε 23.6 πόντους και μάζευε 10.2 «σκουπίδια». Δεν το λες και… άσχημα!