Είναι ένας από τους πιο αγαπητούς Αμερικανούς παίκτες που αγωνίστηκαν ποτέ στην Ελλάδα. Όπου κι αν αγωνίστηκε διέπρεψε και έμεινε γνωστός όχι μόνο γι΄αυτό το… κάτι σαν σουτ που χαρακτήριζε τον τρόπο παιχνιδιού του, αλλά και για την παροιμιώδη αφηρημάδα και τσιγκουνιά του!
Ο Ουόλτερ Μπέρι -περί ου ο λόγος- γεννήθηκε στις 14 Μαΐου του 1964 στη Νέα Υόρκη και μεγάλωσε σε μία κακόφημη γειτονιά του Χάρλεμ. Το μπάσκετ ήταν για ‘κείνον, όπως για όλα τα παιδιά της εποχής, μια διέξοδος από τα προβλήματα και τους κινδύνους της σκληρής καθημερινότητας. Ο Μπέρι δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Το περίεργο αλλά συνάμα «γλυκό» του σουτ τον βοήθησε να χτίσει με αργά και σταθερά βήματα τη φήμη του στον «μπασκετικό υπόκοσμο» της Νέας Υόρκης. Άνθρωποι του Λυκείου Benjamin Franklin τον παρακολουθούσαν στενά και κατόρθωσαν να τον πείσουν να αγωνιστεί για λογαριασμό τους, στα τρία τελευταία χρόνια της μαθητικής του ανεμελιάς. Αυτή τους η απόφαση τους δικαίωσε καθώς, με τον Μπέρι μπροστάρη σε κάθε αναμέτρηση, η ομάδα του Franklin Benjamin ανακηρύχθηκε πρωταθλήτρια της Νέας Υόρκης, ένα δύσκολο επίτευγμα αν αναλογιστεί κανείς ότι στο συγκεκριμένο πρωτάθλημα συμμετείχαν 1500 σχολεία!

Η επιθυμία του να αγωνιστεί στο NCAA ήταν τεράστια. Έτσι, μετά και από ένα μικρό «μαραθώνιο» σχετικά με τα δικαιολογητικά του, που τον υποχρέωσε να φοιτήσει για μία σεζόν στο σχολείο-κολέγιο San Jacinto του Τέξας, το πανεπιστήμιο St. John’s University θα αποτελούσε το εφαλτήριο-εκκολαπτήριο της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας. Εξελίχθηκε, από την πρώτη προπόνηση, σε παίκτη-κλειδί για την ομάδα του, βοηθώντας την να μετατραπεί σε μία άκρως υπολογίσιμη δύναμη. Αναμφίβολα, η κορυφαία του στιγμή στο NCAA ήταν η πρόκριση στο Final-4 του 1985.

Εκεί, το εμπόδιο του Πανεπιστημίου του Georgetown (77-59) αποδείχθηκε απροσπέλαστο με τον ίδιο τον Μπέρι πάντως να είναι για ακόμη μία φορά εξαιρετικός. Εκτός από την πρόκριση στις τέσσερις καλύτερες ομάδες του κολεγιακού πρωταθλήματος, σάρωσε και όλα τα ατομικά βραβεία την επόμενη περίοδο (ήταν η τελευταία του στο Πανεπιστήμιο), με το Oscar Robertson Trophy και το Adolph Rupp Trophy να αποτελούν τον κολοφώνα των επιτυχιών του (σε ατομικό επίπεδο) στα χρόνια των σπουδών του. Μάλιστα, οι μέσοι όροι του για τη σεζόν 1985-1986 ήταν απίστευτοι (23 πόντοι και 11.1 ριμπάουντ ανά παιχνίδι)!


Με το τέλος της πανεπιστημιακής και αγωνιστικής περιόδου 1985-1986, δήλωσε συμμετοχή στο draft του ΝΒΑ, όπου και επιλέχθηκε στο νούμερο 14 από τους Πόρτλαντ Τρέιλ Mπλέιζερς. Δεν στέριωσε όμως στο σύλλογο, αν και η απόδοσή του κυμάνθηκε σε εντυπωσιακά -για rookie παίκτη- επίπεδα (15.9 πόντοι και 4.9 ριμπάουντ ανά παιχνίδι).

Έτσι, μερικούς μήνες αργότερα, μετακινήθηκε στο Τέξας για λογαριασμό των Σαν Αντόνιο Σπερς. Η συνολική του απόδοση με τα «Σπιρούνια» ήταν άκρως μεστή, μετρώντας 17.5 πόντους και 5.4 ριμπάουντ ανά αγώνα στον ενάμισι χρόνο του ως «καουμπόης». Η συνέπεια που έδειχνε στις προπονήσεις, αλλά και το γεγονός πως ήταν μόλις 24 ετών, ενέπνεε τη βεβαιότητα, τόσο στους αναλυτές και τους προπονητές του όσο και στους φιλάθλους, πως θα πραγματοποιούσε μία λαμπρή καριέρα στο «Μαγικό Κόσμο». Διέθετε άλλωστε όλα τα στοιχεία ενός παίκτη-αστέρα. Ταλέντο, όρεξη για δουλειά και αγάπη για το άθλημα.

Η αγωνιστική περίοδος 1988-1989 -με ένα σύντομο πέρασμα από τους Νιου Τζέρσι Νετς- τον βρήκε στους Χιούστον Ρόκετς. Όντας πλέον συμπαίκτης του μεγάλου Χακίμ Ολάζουον, όλοι προσδοκούσαν την «εκτόξευσή» του. Φευ! Οι αριθμοί του καταβαραθρώθηκαν (8.8 πόντοι και 3.8 ριμπάουντ), με τον ίδιο να μη μπορεί να κατανοήσει τους λόγους που τον οδήγησαν στον, απότομο, αγωνιστικό κατήφορο (14.1 πόντοι και 4.7 «σκουπίδια» μέσο όρο σε σύνολο 205 αναμετρήσεων στο ΝΒΑ).

Το καλοκαίρι του 1989 βρέθηκε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Έπρεπε να αποφασίσει εάν θα συνέχιζε την καριέρα του στο ΝΒΑ ή αν θα πραγματοποιούσε το ατλαντικό ταξίδι (από την αντίθετη πορεία βέβαια), προκειμένου να παίξει στην Ευρώπη όπου και διέπρεψε με την Ελλάδα να εξελίσσεται σε τόπο καθιέρωσης και αποθέωσής του.