Ο άνθρωπος που ουσιαστικά έπαιξε τον πλέον καταλυτικό ρόλο ώστε ο Ρικ Πιτίνο να χτίσει το μύθο του στο NCAA, είναι ένας πρώην παίκτης του Παναθηναϊκού, ο οποίος αν και ήρθε στην Ελλάδα μετά βαΐων και κλάδων, δεν είχε την αναμενόμενη απόδοση.

Στην ιστορία του ΝΒΑ μόλις… 381 είναι οι νύχτες της πενηντάρας. Τα βράδια δηλαδή κατά τα οποία ένας παίκτης αισθάνεται σαν να ρίχνει βότσαλα στο Ωκεανό και το κοντέρ σταματάει μετά τους 50 πόντους. Piece of cake θα σκεφτείτε… Χμ, ναι. Ωστόσο, μην βιαστείτε να απομυθοποιήσετε τους πενηντάρηδες του ΝΒΑ, διότι ο αριθμός 381 προέρχεται από τα χέρια ακριβώς 100 παικτών στην ιστορία του κορυφαίου πρωταθλήματος στον κόσμο. Και ο Τόνι Ντελκ, πρωταθλητής Ευρώπης το 2007 με τον Παναθηναϊκό, αποτελεί εκλεκτό μέλος στην αίθουσα VIP της ιστορίας του ΝΒΑ. Μέλος της χρυσής 100άδας των παικτών που στην κορυφαία βραδιά της ζωής τους ξεπέρασαν τους 50 πόντους.

Ο Τόνι Ντελκ γεννήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 1974 στο Κόβινγκτον του Τενεσί και είναι το νεώτερο από τα οκτώ παιδιά της Φλόρενς και του Λέσλι Ντελκ, ο οποίος «έσπειρε» τον βενιαμίν της οικογένειας σε ηλικία 54 ετών, ο αθεόφοβος. Και αμέσως ο Τόνι έγινε το πιο αγαπημένο πιτσιρίκι των γονέων και των αδελφών του. Γνώρισε τη στοργή και την αγάπη, καθώς οι δικοί του άνθρωποι στάθηκαν σε κάθε βήμα του. Για αυτό και πριν από 15 χρόνια, όταν ο Λέσλι Ντελκ απεβίωσε, ο νεώτερος γιος του, φρόντιζε πάντα να έχει κολλημένη την επιγραφή «GUN 83» σε κάθε ζευγάρι παπούτσια που φορούσε. Ως ελάχιστο φόρο τιμής στον αείμνηστο πατέρα του.

Για τον σταρ του ΝΒΑ, ίσως να έχετε διαβάσει, ενδεχομένως να τον έχετε δει εν δράσει… Οι προσωπικοί τίτλοι του καλύπτουν…τόμους, τα κύπελλα και τα δαχτυλίδια του κοσμούν την εγκυκλοπαίδεια του μπάσκετ, ελάχιστοι όμως, είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι εξαιτίας του Τόνι Ντελκ ο μεγάλος κόουτς που ονομάζεται Ρικ Πιτίνο κατέγραψε τη μεγαλύτερη της ζωής του… Διότι σε μία συνομιλία που είχε μαζί του σε πολύ νεαρή ηλικία, αντιλήφθηκε πως έγινε καλύτερος άνθρωπος, καλύτερος προπονητής, καλύτερος χαρακτήρας.

Η ιστορία έχει ως εξής λοιπόν: Στην αρχή της καριέρας του, ο Πιτίνο, έχοντας ήδη αναλάβει τα ηνία των Κεντάκι Γουάιλτνκατς, περιόδευε σε κάθε γωνιά της Πολιτείας του Τενεσί για να δελεάσει νέους παίκτες και να τους εντάξει στο πρόγραμμα του σχολείου του. Και φυσικά στην ομάδα του. Ένα βράδυ λοιπόν, μαζί με τον βοηθό του, Μπίλι Ντόνοβαν, επισκέφθηκαν το σπίτι ενός γηγενή πιτσιρικά, για τον οποίο άπαντες ορκίζονταν ότι θα γίνει σούπερ σταρ του ΝΒΑ. Στο λίβινγκ ρουμ της οικίας του νεαρού, μπροστά στους γονείς του, ο Πιτίνο ξόδεψε περισσότερη από μία ώρα για να σκιαγραφεί τη μεγαλειότητα του Κεντάκι. Τη χρυσή ιστορία του, τις επιτυχίες του, για τα έξι πρωταθλήματα στο NCAA, για την αίθουσα γυμναστικής που κόστισε 500 χιλιάδες δολάρια, το ιδιωτικό αεροπλάνο κτλ κτλ. Το ύφος του ήταν αηδιαστικό και το τουπέ που απέπνεε προκαλούσε αποστροφή. Στο τέλος του «συγκλονιστικού» μονολόγου του είχε καταφέρει να συντάξει την πιο αδιάσειστη αγιογραφία στην ιστορία του κολεγιακού μπάσκετ.

Ανανεώνοντας το ραντεβού για την επόμενη ημέρα, τηλεφωνικώς πια, ώστε να λάβει την οριστική απάντηση του νεαρού σταρ, ο Πιτίνο και ο Ντόνοβαν, μπήκαν στο αυτοκίνητό τους και απομακρύνθηκαν. Έπειτα από λίγα χιλιόμετρα, ο Ρικ Πιτίνο, άφηνε άναυδο τον συνεργάτη του. Είχε αντιληφθεί ότι για πρώτη φορά στην καριέρα του, τα είχε κάνει θάλασσα… «Μπιλ, σε εκείνο το σπίτι που βρισκόμασταν, κατέρριψα κάθε κανόνα επικοινωνίας. Το μόνο που έκανα για μία ώρα ήταν να μιλάω για αρετή, αγνότητα και χρηστότητα, πράγματα τα οποία γνωρίζει ο καθένας. Ποτέ δεν μπήκα στον κόπο να οικοδομήσω μία σχέση εμπιστοσύνης και φιλίας, ώστε να πείσω εκείνο το παιδί να παίξει για εμένα και να μου αφιερώσει την ψυχή του».

Για τρία ολόκληρα χρόνια ο Πιτίνο και ο Ντόνοβαν παρακολουθούσαν το παλικαράκι (ουδέποτε μάθαμε το όνομά του), ονειρεύονταν να το δουν ντυμένο στα χρώματα των Γουαϊλντκατς, αλλά μέσα σε μία ώρα τα πάντα γκρεμίστηκαν. «Ποιος είναι ο επόμενος που πρέπει να δούμε;» ρώτησε αμέσως ο κόουτς τον συνεργάτη του..

-«Ο Τόνι Ντελκ» ήρθε σε κλάσματα του δευτερολέπτου η απάντηση…

-«Δεν έχουμε καμία τύχη με αυτόν. Αργήσαμε ήδη πάρα πολύ» κούνησε το κεφάλι ο Πιτίνο, την ώρα που Ντόνβαν απαριθμούσε ένα προς ένα τα τέσσερα σχολεία, που είχαν προλάβει να προσεγγίσουν τον Ντελκ πριν από τους ίδιους.
Παρόλα αυτά, την επόμενη ημέρα, ο κόουτς, που στην συνέχεια φιλοτέχνησε το όνομά του με χρυσά γράμματα στην ιστορία του NCAA, το αποτόλμησε. Νωρίς το πρωί, χτυπούσε ήδη το κουδούνι της οικογένειας Ντελκ. Σε ίδιο περιβάλλον, με τους γονείς του μικρού να ακούν προσεκτικά ο Πιτίνο άρχισε να μιλάει. Με τη μόνη διαφορά, ότι αυτή τη φορά, ο λόγος του ήταν ερωτηματικός. Αντί για κορώνες περί ήθους και αγνότητας, φρόντισε να γίνει ο ίδιος μαθητής. «Τι ζητάς από έναν κόουτς μικρέ;», ή «Τι απαιτήσεις έχει η οικογένεια από το κολέγιο που θα φιλοξενήσει το παιδί της» ήταν μερικές από τις ερωτήσεις που έκανε, γουρλώνοντας τα μάτια από ενδιαφέρον κάθε φορά που λάμβανε απαντήσεις. Τη συνέχεια, ίσως να τη γνωρίζετε…

Την αμέσως επόμενη ημέρα, ο Πιτίνο άκουγε από το στόμα του νεαρού σταρ ότι το Κεντάκι δε βρέθηκε καν στις βασικές επιλογές του, ενώ η απάντηση του Ντελκ ήταν θετική. Το στόρι δεν είχε μόνο χάπι εντ για τον Αμερικάνο κόουτς, αλλά και για τους Γουαϊλντκατς, αφού με τον Ντελκ στο ρόστερ τους, κατέκτησε το 1996 το κολεγιακό πρωτάθλημα με τον νυν παίκτη του Παναθηναϊκού να σημειώνει 7/8 τρίποντα, προσφέροντας στον Πιτίνο τον πρώτο τίτλο της καριέρας του. «Αυτή είναι μία από τις πιο αγαπημένες ιστορίες της ζωής μου και τη διηγούμαι κάθε φορά που επισκέπτομαι γκρουπ στελεχών επιχειρήσεων, θέλοντας να τους υπογραμμίσω με τον πλέον παραστατικό τρόπο, πόσο σημαντικό είναι, τελικά, να ακούς τους ανθρώπους γύρω σου» λέει σήμερα ο Πιτίνο.

Οσο για τον Ντελκ, μέλος της αδελφότητας ΩΨΦ στο σχολείο του, η επιλογή του Κεντάκι αποτέλεσε το εφαλτήριο μίας σπουδαίας μπασκετικής καριέρας. Που ξεκίνησε με την απονομή του ετήσιου τίτλου «Mr.Basketball» το 1992, συνεχίστηκε με παρελάσεις στις κορυφαίες πεντάδες του NCAA, συνεχίστηκε με προσωπικούς τίτλους και «εκτοξεύτηκε» με την επιλογή του στο νούμερο 16 του ντραφτ ’96 από τους Σάρλοτ Χόρνετς. Εφυγε από τους Γουαϊλντκατς, ως ο 4ος καλύτερος σκόρερ στην ιστορία του σχολείου με 1809 πόντους. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου, τη στιγμή που μετά από τρίποντο γκολ φάουλ, στον τελικό εναντίον του Σίρακιουζ, ένιωσα τους συμπαίκτες μου να με σηκώνουν στα χέρια και να φωνάζουν, καθώς εγώ έπεφτα έξω από τις γραμμές του γηπέδου. Αυτές τις φωνές ακόμα τις ακούω στα αυτιά μου» είπε ο Ντελκ σε συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό Sporting News. Ένα ραντεβού στα τυφλά, έμελλε να τον φέρει μπροστά στη γυναίκα της ζωής του. Η μετέπειτα σύζυγός του, αρχικά δυσκολεύτηκε να πειστεί ότι ο Τόνι είναι μπασκετμπολίστας, καθότι… κοντοπίθαρος. Έκτοτε η κοινή πορεία τους είναι γεμάτη με μία ατελείωτη λύπη για το πρόβλημα μεσογειακής αναιμίας που έχει η κόρη τους, Τέιλορ, αλλά και με πολλές χαρές. Πρωτάθλημα στο ΝΒΑ ο Ντελκ δεν έχει κατακτήσει, ενώ την όψη του δαχτυλιδιού που πήρε λόγω του τίτλου στο Κεντάκι κοντεύει να την ξεχάσει, αφού… «Το έχω αφήσει στη μάνα μου, που το έχει φυλάξει καλά». Παρόλα αυτά ο Αμερικάνος γκαρντ έχει καταφέρει να κερδίσει τον πιο άξιο τίτλο, που δε συνοδεύεται από καμία …κούπα. Τον τίτλο ενός από τους αξιοσέβαστους παίκτες στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Επί παραδείγματι, ουδείς από τους οπαδούς των Σέλτικς, μπορεί ακόμα και σήμερα να κατανοήσει για ποιο λόγο ο Ντελκ έγινε το 2003 μέρος της ανταλλαγής με τους Ντάλας Μάβερικς για τους Ραφ ΛαΦρεντζ, Κρις Μιλς και Γίρι Βελς.

Μάλιστα το πλέον μπασκετικό αμερικάνικο site στη σελίδα που αφιερώνει στον GM των Σέλτικς, Ντάνι Εϊντζ, χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη ανταλλαγή ως την πιο αποτυχημένη επιλογή της καριέρας του. «Εγώ αυτό που θέλω πάντα, είναι να είμαι πρωταθλητής. Όταν η σκόνη καταλαγιάζει, δηλαδή, να αισθάνομαι ότι δικαιούμαι να πω, πως βοήθησα την ομάδα μου να φτάσει στην κορυφή. Αυτός, ναι, είναι ένας πραγματικός σπουδαίος στόχος» είχε πει σε ανύποπτη στιγμή ο Ντελκ, που ποτέ δεν χρειάστηκε να εξαντλήσει τα 15 λεπτά δημοσιότητας του Αντι Γουόρχολ, καθότι ποτέ δεν υπήρξε κομπάρσος, αλλά το 2001, κόντρα στους Κινγκς, υποχρέωσε τους πάντες να ασχοληθούν μαζί του… Ηταν η δική του νύχτα, όπου σημείωσε 53 πόντους κόντρα στο Σακραμέντο του Πέτζα Στογιάκοβιτς. Αλλά για αυτά σας είπαμε νωρίτερα… Όχι όμως και τούτο… Που το λέει ο Ντελκ, δηλαδή… «Όχι, ασφαλώς και δεν ήταν η κορυφαία στιγμή της ζωής μου. Το πρωτάθλημα με το Κεντάκι δεν το αλλάζω με τίποτα. Είναι κάτι για το οποίο δούλεψα πολύ σκληρά και κανείς δεν μπορεί να μου το πάρει πίσω».

Το μικρό ύψος του αποτελούσε πάντα πρόβλημα, αλλά το δολοφονικό ένστικτό του ήταν ικανό να συμμαζέψει την κατάσταση και ιδιαίτερα τους μπελάδες, που ενδεχομένως να του δημιουργούσαν ψηλότεροι γκαρντ όταν επιδίωκαν να τον ποστάρουν κοντά στο καλάθι. Είναι κοντός, αλλά θαυματουργός, σε βαθμό που κανείς να μην ασχολείται με το ύψος του, αλλά με κότσια που έχει να διεισδύει και να σκοράρει στη μούρη ψηλότερων αντιπάλων. Λέγεται μάλιστα, ότι αν ο Ντελκ περάσει το πρώτο βήμα από τον αντίπαλό του, σπάνια αστοχεί, όποιος κι αν βρεθεί μπροστά του.

Εξαιτίας αυτού, πολλοί έσπευσαν να πουν ότι στο πρόσωπό του ΝΒΑ βρήκε τον νέο Βίνι Τζόνσον. Αγωνίστηκε στους Σάρλοτ Χόρνετς, το Γκόλντεν Στέιτ, το Σακραμέντο, τους Σανς (στην πιο αποδοτική χρονιά του με 12.π.μ.ο.), τους Σέλτικς, στους Ντάλας Μάβερικς, στους Ατλάντα Χοκς (στη χειρότερη επιλογή της ζωής του) και πέρσι στους Ντιτρόιτ Πίστονς, έχοντας μ.ο. καριέρας 9.1 πόντους. Αγαπάει τον Κένι «Σκάι» Γουόκες, που αποφοίτησε από τον ίδιο κολέγιο ως δεύτερος καλύτερος σκόρερ όλων των εποχών, όπως και τον Ρεξ Τσάπμαν, ενώ σε μία προσωπική κατάθεση ψυχής ομολόγησε ότι… «Η ταινία The Goodfellas είναι η αγαπημένη μου, λατρεύω να παίζω χαρτιά (ονόμασε ένα παιχνίδι που στα ελληνικά σημαίνει «Τα μπαστούνια») και πινγκ πονγκ, όπου, μη με βλέπεις έτσι, είμαι πολύ καλός παίκτης».

Συμπλήρωσε δε, ότι αγαπημένος τραγουδιστής του είναι ο ράπερ Tupac, παρακολουθεί ανελλιπώς το πρωτάθλημα WWF των ΗΠΑ (την πάλη με τα θηρία τύπου Χουλκ Χόγκαν), προτιμά το Dreamcast από το Playstation, ονομάζει το γήπεδο των Ράπτορς ως το κορυφαίο σε μουσικές επιλογές κατά τη διάρκεια ενός αγώνα και καταλήγει … «Το πιο πλουσιοπάροχο δώρο που έχω κάνει στον εαυτό μου στα χρόνια της καριέρας μου στο ΝΒΑ είναι οι δύο Mercedes που έχω».