Όταν ήταν μικρός την κοπάναγε για να παίξει ηλεκτρονικά και όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος «μάλιστα μια φορά τσακώθηκα με ένα παιδί και πάνω στα νεύρα μου έσπασα μια πόρτα και έφυγα τρέχοντας για να μην πληρώσω τη ζημιά».

Ο λόγος για τον Βασίλη Σπανούλη, ο οποίος είχε τέτοιο ζήλο για το μπάσκετ στο ξεκίνημά του (όχι ακόμα και τώρα δεν έχει!) ώστε ακόμα και στο play station κοντραριζόταν με τον Μάικλ Τζόρνταν «όχι για να του ζητήσω αυτόγραφο, αλλά για να παίξουμε μονό και αν δε χάσει, τουλάχιστον να βασανιστεί για να με νικήσει»!

Τίποτα δε χαρίστηκε στον νυν αρχηγό του Ολυμπιακού, που έμελλε να εξελιχθεί σε έναν από τους ζωντανούς θρύλους του ευρωπαϊκού μπάσκετ και συνώνυμο του ηγέτη και των επιτυχιών. Όταν γεννήθηκε στις 7 Αυγούστου του 1982, σε ένα μαιευτήριο της Λάρισας από την τραπεζική υπάλληλο Γεωργία Σπανούλη, η μοίρα ήθελε να μετατρέψει τον κατά τρία μεγαλύτερο αδερφό του, Δημήτρη, σε δεύτερο πατέρα. Κι αυτό γιατί στις 24 Νοεμβρίου 1997 ο Θανάσης Σπανούλης έφυγε πρόωρα από τη ζωή νικημένος από τον καρκίνο. Ειρωνεία της τύχης; Ήταν ιδιοκτήτης φαρμακαποθήκης και δεν άντεξε πάνω από ενάμιση μήνα… «Εκείνη την ημέρα αντίκρισα τη ζωή μπροστά μου. Ήμουν 15 χρόνων και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να παλέψω για να επιβιώσω. Ο αδερφός μου επηρεάστηκε πολύ, μάλιστα έχει και στα δύο του χέρια τατουάζ με τη μορφή του πατέρα μας. Εγώ σκλήρυνα απότομα και σκέφτηκα ότι πρέπει να βγω απότομα στην επίθεση και να αμυνθώ» λέει ο Βασίλης Σπανούλης, που στα επτά του χρόνια άρχισε να ασχολείται με το ποδόσφαιρο (σ.σ. του αρέσει πολύ ο Ρολαντίνιο), το κολύμπι αλλά και το μπάσκετ, που έμελλε να τον κερδίσει ολοκληρωτικά. «Ήμουν από τότε πολύ εγωιστής και με γοήτευσε το μπάσκετ γιατί κάθε φορά που παίζαμε ήμουν καλύτερος από τους υπόλοιπους και γύριζα κορδωμένος σπίτι μου. Από τότε κιόλας στροβίλιζε στο μυαλό μου η ιδέα ότι θα γίνω μπασκετμπολίστας. Δε θυμάμαι να αντιμετώπισα άλλο ενδεχόμενο επαγγελματικού προσανατολισμού παρότι ήμουν πολύ καλός μαθητής».

Έτσι, κάποια στιγμή, ο «Kill Bill» ανακοίνωσε στους γονείς του με σοβαρό ύφος ότι «είμαι πολύ καλός στο μπάσκετ και αυτό θα γίνει το επάγγελμά μου». Η αντίδρασή τους; «Με στήριξαν πολύ και δεν προσπάθησαν να με αποτρέψουν. Άρχισα, λοιπόν, να φορτώνω στον κόκορα τα μαθήματά μου και να περνάω με το ζόρι τις τάξεις. Γι’ αυτό και έβγαλα το λύκειο με απολυτήριο 13,6»! Τη συμβουλή της μητέρας του την κράτησε σαν φυλαχτό: «“Ποτέ και τίποτα δε θα σου χαριστεί” μου είχε πει όταν ήμουν 22 χρόνων και αυτή την κουβέντα την κρατώ σαν φυλαχτό μαζί με τις εικονίτσες που φιλάω πριν βγω στο γήπεδο . Είναι ενθύμιο από τον πατέρα μου και τη γιαγιά μου» αποκαλύπτει με το δικό του σύνθημα ζωής να γίνεται το «Ο άξιος δε χάνεται ποτέ».

Στον Κεραυνό Λάρισας ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες το γάλα. Κι όταν το 1999, στον ημιτελικό του Πανελληνίου Πρωταθλήματος παίδων στο Βόλο σκοράρει 40 πόντους εναντίον του Άρη, η μπασκετική πιάτσα βουίζει για τον εντυπωσιακό νεαρό, που επιστρέφει στον ΓΣ με μηνιαίο μισθό 500 ευρώ! «Μόλις πληρώθηκα για πρώτη φορά τα ξόδεψα όλα σε ρούχα. Αργότερα, με το πρώτο μου συμβόλαιο στο Μαρούσι, αγόρασα ένα αυτοκίνητο για τη μητέρα μου» δηλώνει με περηφάνια κι ενώ το… κόλλημα με τον Μάικλ Τζόρνταν καλά κρατεί!

«Αυτό που με νοιάζει είναι η φιλοσοφία του. Όχι τα προσόντα και τα ρεκόρ του. Αυτό προσπαθώ να κάνω από την πρώτη στιμή που έπιασα την μπάλα στα χέρια μου. Αισθάνομαι πολύ μεγάλη αυτοπεποίθηση και αυτό είναι ένα έμφυτο προσόν που δε διδάσκεται ούτε αγοράζεται. Μπαίνω στο γήπεδο και πιστεύω ότι τους έχω όλους! Ώρες ώρες απορώ κι εγώ ο ίδιος με τον εαυτό μου και ψάχνω να βρω από που πηγάζουν τέτοια σιγουριά και τόση πίστη. Από νήπιο κιόλας το παιχνίδι που μου άρεσε ήταν το κυνηγητό! Ακούγεται μαζοχιστικό, όμως πάντα ήθελα να με κυνηγούν και να είμαι ο κινούμενος στόχος. Μερικές φορές με έπιαναν αλλά πολύ δύσκολα και αυτό τόνωνε τον εγωισμό μου, που μερικές φορές φορές πάντως ξεπερνάει τα όρια και, σε συνδυασμό, με την τελειομανία, με κάνουν να μην κοιμάμαι τα βράδια».

Συνηθισμένη έκφραση του Βασίλη Σπανούλη είναι «που ’σαι ρε φίλε;» και το παρατσούκλι του «Μπιλ Λάντεν» (σ.σ. με νονό τον Νίκο Λινάρδο, γιατί παρουσιάστηκε επίσημα από το Μαρούσι στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, λίγη ώρα αφότου κατέρρευσαν οι δίδυμοι πύργοι στο Μανχάταν! Πορώνεται να παίζει μπροστά σε πολύ κόσμο, δε μετράει πόντους και στατιστικά, δηλώνει «τίμιος, ντόμπρος και με καθαρή συνείδηση, πίνει φραπέ με τρεις κουταλιές ζάχαρη και αυτό που δε χωνεύει είναι ο… εαυτός του στο Βελιγράδι το 2005! «Δε ζηλεύω τον Μήτσο (σ.σ. Διαμαντίδη), ίσα ίσα είναι καταπληκτικό παιδί και απολαμβάνω τη συνεργασία μαζί του. Απλώς δεν ξέρω τι μου πήγε στραβά στο Ευρωμπάσκετ. Με όση ταπεινότητα διαθέτω και μέσα στην ευτυχία που ζήσαμε, αισθάνομαι ότι άφησα ένα διαμαρτυρημένο προσωπικό γραμμάτιο. Ήμουν φτιαγμένος, αλλά δε μου έκατσε τίποτε! Ίσως γιατί δεν είχα πρωταγωνιστικό ρόλο, ίσως επειδή ο χρόνος συμμετοχής μου ήταν περιορισμένος, αλλά το σέβομαι και δεν γκρινιάζω γι’ αυτό».

Σχετικά άρθρα