Οι προπονητικές του ικανότητες δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ. Τουλάχιστον, όχι από τον ίδιο. Όταν ο Αδόλφος Ραπ, σε ηλικία 29 ετών, και αφού πήρε το βάπτισμα του πυρός την τετραετία 1926-1930 στο Λύκειο Freeport, πέρασε από συνέντευξη για τη θέση του προπονητή στις «Αγριόγατες» (Wildcats) του Κεντάκι, ρωτήθηκε για ποιο λόγο θα έπρεπε να τον προσλάβουν.

Η απάντησή που έδωσε ήταν αποστομωτική. «Επειδή είμαι ο καλύτερος προπονητής στην Αμερική». Μετά τους δύο συνεχόμενους τίτλους του θρυλικού πανεπιστημίου το 1948 και το 1949, οι δημοσιογράφοι ζήτησαν να τους αποκαλύψει το μυστικό της επιτυχίας του. «Είμαι εξαιρετικός προπονητής» ήταν η απάντησή του.

Ο Ραπ ήταν γνωστός, εκτός των άλλων, για τα ευφυολογήματά του και τις περισσότερες φορές, αν όχι όλες, δε δεχόταν ότι μπορεί να έχει υποπέσει σε λάθος. Διετέλεσε προπονητής στο Κεντάκι από το 1930 μέχρι το 1972 και αναδείχθηκε νικητής στα 876 από τα 1066 παιχνίδια του στον πάγκο της ομάδας. Το ποσοστό νικών του αγγίζει το 82% και τον κατατάσσει ένατο στη λίστα με τους προπονητές που έχουν περισσότερες από 600 νίκες.

Τα κατορθώματά του και η γενικότερη νοοτροπία του, εντός και εκτός γηπέδου, του προσέδωσαν το παρατσούκλι «ο Βαρώνος». Ήταν από τους πρώτους αναμορφωτές του παιχνιδιού. Η φιλοσοφία του οδήγησε το μπάσκετ σε νέα μονοπάτια, που μέχρι εκείνη τη στιγμή –δεκαετίες του ΄40 και του ΄50– φάνταζαν ως σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Προσέδωσε ένα πιο γρήγορο ρυθμό (up tempo) στο άθλημα, ενώ ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε συστηματικά την άμυνα ζώνης 1-3-1. Πίστευε ακράδαντα ότι η υπεροχή και η επιτυχία μπορούσαν να επιτευχθούν μόνο μέσω της επανάληψης και για αυτό ωθούσε τους παίκτες του στα όριά τους.

Τα αποτελέσματα της δουλειάς του φάνηκαν από το πρώτο κιόλας παιχνίδι του ως προπονητής του Κεντάκι, στην παρθενική του σεζόν (1930-1931) στο κολλεγιακό πρωτάθλημα. Οι οκτάκις πρωταθλητές του NCAA επικράτησαν με 67-19 του πανεπιστημίου Georgetown, έχοντας ως βασικό «όπλο» τον αιφνιδιασμό. Οι αντίπαλοι του τον αποδοκίμαζαν, τον αντιπαθούσαν και τον φοβόντουσαν. Όλοι όμως, μηδενός εξαιρουμένου, τον σέβονταν.

Εθισμένος στις νίκες

Σε αντίθεση με αρκετούς προπονητές στην ιστορία του αθλήματος, ο Ραπ δεν ήθελε να σκέφτεται το ενδεχόμενο της ήττας. Αρρώσταινε. Δεν ήταν ποτέ του φιλικός με τους παίκτες του, ούτε καν με τους αστέρες της ομάδας του, όπως ο Πατ Ράιλι (1964-1967). Ήταν τόσο πολύ ερωτευμένος με την τάξη και την εύρυθμη λειτουργία του συνόλου, που πολλές φορές γινόταν αντιπαθητικός ακόμα και στους συνεργάτες του.

«Πρέπει να περάσουν έξι με οκτώ χρόνια για να προσαρμοστείς στα δεδομένα του. Από την στιγμή που συνηθίσεις τους κανόνες του, αρχίζεις να τον συμπαθείς», ήταν το, με αρκετή δόση χιούμορ, σχόλιο του πρωταθλητή με το Κεντάκι –1958– Βέρνον Χάτον (Vernon Hatton), σε ερώτηση που του έγινε για τον πρώην προπονητή του.

«Πολλοί πιστεύουν ότι οι προπονήσεις μας μοιάζουν με την εκπαίδευση των πεζοναυτών», είχε πει κάποτε. «Προσωπικά, δεν με πειράζει αν κάποιοι σκέφτονται έτσι. Όταν ανέλαβα αυτή τη δουλειά, ήξερα πως ο μόνος τρόπος για να πετύχω θα ήταν να κερδίσω τους μπασκετικούς αγώνες. Και αυτό κάνω».

Ο Τζο Χολ (Joe Hall), ο οποίος αγωνίστηκε υπό τις οδηγίες του Ραπ τη σεζόν 1948-1949 (υπήρξε και βοηθός του την επταετία 1965-1972), είχε κάνει πριν από χρόνια την εξής δήλωση: «Ο τρόπος που ενεργούσε ο Αδόλφος ήταν αποτέλεσμα μίας ακραίας ανταγωνιστικής επιθυμίας για την επιτυχία και του φόβου του για την ήττα».

Από όποια πλευρά και να το δούμε, το πάθος του για τη νίκη ήταν απαράμιλλο. Έτσι, τα επιτεύγματά του διαδέχονταν το ένα το άλλο. Κατέκτησε τέσσερις φορές το κολλεγιακό πρωτάθλημα (1948, 1949, 1951, 1958), 27 φορές το πρωτάθλημα της νοτιοανατολικής περιφέρειας (SEC), ενώ ανακηρύχτηκε πέντε φορές (1950, 1954, 1959, 1966, 1970) προπονητής της χρονιάς (National Coach of the Year).

Η καστανιά και η φουρκέτα

Κάθε άνθρωπος έχει τα γούρια του. Ακόμα και οι κορυφαίοι είναι, άλλοι λιγότερο και άλλοι πιο πολύ, προληπτικοί και αισθάνονται την ανάγκη να εξευμενίσουν την τύχη. Ο Ραπ δεν αποτελούσε εξαίρεση. Αν, την ημέρα μίας αναμέτρησης, έβρισκε τυχαία στο δρόμο μία καρφίτσα ή φουρκέτα, θεωρούσε ότι ήταν σημάδι νίκης. Επιπρόσθετα, είχε πάντα στην τσέπη του ένα κλαδί καστανιάς.

Το πιο αστείο περιστατικό όμως συνέβη όταν ήταν ακόμη προπονητής του Λυκείου Φρίπορτ. Είχε μόλις αγοράσει ένα ολοκαίνουριο μπλε κοστούμι, με το οποίο αντικατέστησε ένα παλαιότερο, χρώματος καφέ. Σκέφτηκε λοιπόν να το εγκαινιάσει σε ένα σημαντικό παιχνίδι. Η ομάδα του γνώρισε βαριά ήττα και από εκείνη τη στιγμή φορούσε μόνο καφέ κοστούμια τις ημέρες των αγώνων. Αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα της 46άχρονης καριέρας του στους πάγκους, ορθώς έπραξε.

Στη δίνη των σκανδάλων

Στις 20 Οκτωβρίου του 1951, τρεις πρώην παίκτες των «Αγριόγατων», οι Άλεξ Γκρόζα, Ραλφ Μπίερντ και Ντέιλ Μπαρνστάμπλ, κατηγορήθηκαν ότι δωροδοκήθηκαν από χαρτοπαίκτες, προκειμένου να χάσουν επίτηδες πόντους (point shaving) στην αναμέτρηση Κεντάκι-Λογιόλα Ράμπλερς (Loyola Ramblers), την αγωνιστική περίοδο 1948-1949.

Όπως είναι φυσικό, συνελήφθησαν από τις Αρχές, που πραγματοποίησαν λεπτομερείς έρευνες για να βρεθούν όλοι όσοι συμμετείχαν στην απάτη. Ο Ραπ και το πανεπιστήμιο δέχθηκαν εντονότατη κριτική και κατηγορήθηκαν ότι απέτυχαν στο χρέος τους, το οποίο ήταν η διάπλαση και η προστασία του χαρακτήρα των φοιτητών και όλων των νέων ανθρώπων.

Ο Ραπ αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή και υποστήριξε ότι δε γνώριζε τίποτα. Παρά την εξονυχιστική διερεύνηση της υπόθεσης, δεν υπήρξαν αποδεικτικά στοιχεία που να τον συνέδεαν με το περιστατικό.

Μία μεταγενέστερη έρευνα έβγαλε στο φως της δημοσιότητας ορισμένες παραβάσεις κανονισμών, εις βάρος του Κεντάκι, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και η άδεια συμμετοχής παικτών σε αθλητικές δραστηριότητες, που έπρεπε να κριθούν ακατάλληλοι βάσει των ακαδημαϊκών τους επιδόσεων.

Η αρμόδια επιτροπή της νοτιοανατολικής περιφέρειας ενήργησε άμεσα και διεξήγαγε ψηφοφορία για να αποβάλλει το Κεντάκι, για μία χρονιά, από το πρωτάθλημα. Στον απόηχο όλων αυτών των ενεργειών, το κολλέγιο αναγκάστηκε να ακυρώσει όλες τις αναμετρήσεις της αγωνιστικής περιόδου 1952-1953.

Αρκετά χρόνια μετά, ο πρώτος εκτελεστικός διευθυντής του NCAA, Γουόλτερ Μπάιερς (Walter Byers), αναφέρθηκε στη συγκεκριμένη τιμωρία, κάνοντας λόγο για την πρώτη –de facto– επιβολή της «θανατικής ποινής» (NCAA death penalty), καθώς ο νόμος τέθηκε σε ισχύ το 1985.

Ο χειρότερος εφιάλτης

This is Adolph Rupp. One of the biggest contributors to the traditions of Kentucky Basketball. He l… | Big blue nation, Kentucky basketball, Kentucky wildcats decorΣτην περίπτωση του Αδόλφου Ραπ, ο Τελικός του 1966 ανάμεσα στο Κεντάκι και το πανεπιστήμιο Τέξας Γουέστερν, του Ντον Χάσκινς, εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο μαρτύριο της ζωής του. Όχι μόνο γνώρισε την ήττα με 72-65, αλλά η ομάδα του, και ο ίδιος, ταπεινώθηκαν από την πρώτη πεντάδα στην ιστορία του αθλήματος που αποτελούταν μόνο από μαύρους παίκτες. Στο τέλος του παιχνιδιού αρνήθηκε να συγχαρεί τους νικητές.

Μπερδευτήκατε; Η αναμέτρηση της 19ης Μαρτίου του 1966 ήταν το μεγαλύτερο σοκ που θα μπορούσε να υποστεί ο Ραπ. Βλέπετε, ο θρυλικός coach αρνούταν πεισματικά να συνεργαστεί με μαύρους αθλητές, γιατί θεωρούσε ότι ήταν κατώτεροι από τους λευκούς και πως δεν ήταν μπολιασμένοι με το μικρόβιο του πρωταθλητισμού.

Μάλιστα, το 1960 απέρριψε τον Κόνι Χόκινς (Connie Hawkins) επειδή ήταν Αφροαμερικάνος. Σύμφωνα με το… μύθο, είχε ορκιστεί πως κανένας μαύρος παίκτης δε θα αγωνιζόταν για το Κεντάκι, στο χρονικό διάστημα που θα ήταν προπονητής. Αρκετοί Αμερικανοί πολίτες τον αποκαλούσαν ρατσιστή. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται από την εντονότατη κριτική που του ασκούταν.

Όλα αυτά διαδραματίστηκαν σε μία περίοδο (1954-1968) κατά την οποία οι κινητοποιήσεις των μαύρων για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους. Τελικά, την προτελευταία του επαγγελματική χρονιά (1970-1971), έγινε πιο διαλλακτικός στις απόψεις του και δέχτηκε να συνεργαστεί με τον, ύψους 2.18, Τομ Πέιν (Tom Payne).

Τίτλοι τέλους

Ο Ραπ δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Αν ήταν στο χέρι του, θα συνέχιζε την προπονητική και μέσα από τον τάφο του. Κανένας όμως δεν έχει τη δύναμη να νικήσει το χρόνο.

Υποχρεώθηκε, από τη νομοθεσία εκείνης της περιόδου (1972), να βάλει ένα τέλος, σε ηλικία 70 ετών. Δε σταμάτησε όμως να ασχολείται με το μπάσκετ. Τον Ιούλιο του 1973 ανέλαβε χρέη αντιπροέδρου στους Κεντάκι Κόλονελς (Kentucky Colonels), του ΑΒΑ.

Τέσσερα χρόνια μετά, ο Ραπ έχασε τη μάχη με την επάρατη νόσο, αφήνοντας την τελευταία του πνοή σε ηλικία 76 ετών, στην πόλη Λέξινγκτον του Κεντάκι. Το ημερολόγιο έγραφε 10 Δεκεμβρίου 1977.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά το θάνατό του, ο Ραπ συνεχίζει να λατρεύεται με θρησκευτική ευλάβεια σε όλη την Αμερική. Μολονότι δεν ήταν τέλειος, κατάφερε να είναι μοναδικός.

INFO

• Ο Αδόλφος Ραπ (Adolph Rupp) γεννήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1901, στην πόλη Χάλστεντ (Halstead), της πολιτείας του Κάνσας.
• Ο πατέρας του καταγόταν από την Αυστρία και η μητέρα του από τη Γερμανία. Είχε πέντε αδέρφια και ήταν το τέταρτο μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας.
• Από μικρός δούλευε στην οικογενειακή φάρμα και στον ελεύθερο χρόνο του ασχολούταν με τα μαθήματά του και το μπάσκετ.
• Ήταν το αστέρι της ομάδας του Λυκείου Χάλστεντ, έχοντας κατά μέσο όρο 19 πόντους.
• Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Κάνσας. Συνέχισε να ασχολείται με το μπάσκετ, ενώ παράλληλα εργαζόταν στην καφετέρια της σχολής.
• Ο χρόνος συμμετοχής του, σε αντίθεση με τα μαθητικά του χρόνια, ήταν περιορισμένος, είχε όμως την τύχη να τον κοουτσάρει ο θρυλικός προπονητής Forrest «Phog» Allen. Βοηθός προπονητή ήταν ο «πατέρας» του μπάσκετ, James Naismith. Ο Ραπ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και αποκόμισε όσα περισσότερα μπορούσε από τους δύο άνδρες.
• Ξεκίνησε την ενασχόληση με την προπονητική από την πάλη, μαθαίνοντας ό,τι μπορούσε για το άθλημα από ένα βιβλίο.
• Όπως αναφέρθηκε στον πρόλογο, η πρώτη ομάδα μπάσκετ που ανέλαβε ως πρώτος προπονητής ήταν στο Λύκειο του Φρίπορτ. Στα τέσσερα χρόνια παραμονής του στην κομητεία του Ιλινόι, πέτυχε 66 νίκες σε σύνολο 87 αναμετρήσεων.
• Στο Φρίπορτ συνάντησε τη γυναίκα που στο μέλλον θα γινόταν σύζυγός του. Το όνομα της κοπέλας ήταν Έσθερ Σμιντ (Esther Schmidt).
• Το 1976, μόλις ένα χρόνο πριν το θάνατο του «Βαρώνου», εγκαινιάστηκε το κλειστό γήπεδο μπάσκετ του πανεπιστημίου του Κεντάκι, χωρητικότητας 23.500 θέσεων, το οποίο φέρει το όνομα του (Rupp Arena).

Σχετικά άρθρα