Η τέχνη της σωστής επιθετικής λειτουργίας στο μπάσκετ δεν είναι μόνο ζήτημα «φροντιστηρίου» (εξάσκησης). Πρέπει να διαθέτεις την ικανότητα να «ματώνεις» το διχτάκι, αλλά και να μοιράζεις σωστά το παιχνίδι. Ο Αλεξάνταρ Τζόρτζεβιτς, γέννημα θρέμμα της γιουγκοσλαβικής σχολής, όχι μόνο μπορούσε να βάλει την μπάλα στη στεφάνη όποτε το επιθυμούσε, αλλά διέθετε το χάρισμα να σμπαραλιάζει τις αντίπαλες άμυνες με ένα τρόπο απλό και συνάμα θεαματικό.

«Δολοφονικός», χαρισματικός, ηγέτης και πάνω απ’ όλα πραγματικός αστέρας, ο Σάσα κατόρθωσε, έχοντας για συμπαίκτες αθλητές-μύθους όπως οι Ντανίλοβιτς, Ρέμπρατσα, Ντίβατς, Κούκοτς, Σρετένοβιτς και ΣΙΑ, να εξελιχθεί στον παίκτη που έψαχναν οι συνοδοιπόροι του στο παρκέ όταν «έσφιγγαν τα γάλατα». Η καριέρα του μας παραπέμπει σε παραμύθι, καθώς ήταν από τους ήρωες της εκάστοτε μπασκετικής ιστορίας που βίωναν στο πετσί τους το happy end (βέβαια πολλές φορές οι «δράκοι» ήταν πολύ ισχυροί για να τους νικήσει). Το Basketworld.net σας παρουσιάζει την πορεία του «Μεγαλέξανδρου» του ευρωπαϊκού μπάσκετ, από το πρώτο πρωτάθλημα με την Παρτιζάν και το buzzer beater κόντρα στη Μπανταλόνα, μέχρι την ενασχόλησή του με την προπονητική και τη…..συμβουλή-προφητεία στον Μίλος Τεόντοσιτς.

Το σχολικό πρωτάθλημα του 1986 και η «Οδύσσεια» με την Παρτιζάν

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Αν θεωρήσουμε λοιπόν πως το συγκεκριμένο απόφθεγμα σχετίζεται άμεσα με κάθε έκφανση της ανθρώπινης ζωής, τότε για ένα πράγμα μπορούμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι. Πως η αθλητική σταδιοδρομία του Σάσα θα ήταν σίγουρα γεμάτη από επιτυχίες, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο λόγος που οδηγούμαστε σε αυτό το συμπέρασμα είναι γιατί ο Σέρβος μπόμπερ, μεγάλωσε σε ένα άκρως μπασκετικό περιβάλλον, με τον πατέρα του -που τον μύησε στα μυστικά του αθλήματος- να είναι προπονητής, για πάρα πολλά χρόνια, της ΚΚ Crvena zvezda.

Γεννημένος στις 26 Αυγούστου του 1967 στο Βελιγράδι, ο Τζόρτζεβιτς ζούσε για το μπάσκετ. Η επιρροή του πατέρα του στον τομέα της πνευματικής προετοιμασίας και ετοιμότητας που παρουσίαζε σε κάθε παιχνίδι της 30ετούς καριέρας του, αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της καταξίωσής του. Με αργά και σταθερά βήματα, άρχισε να χτίζει τη φήμη του ως ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του Γιουγκοσλαβικού μπάσκετ.

Οι άνθρωποι της Παρτιζάν τον παρακολουθούσαν στενά και κατάφεραν να τον κάνουν δικό τους το καλοκαίρι του 1984, σε μία κίνηση που τάραξε τα νερά. Μάλιστα, το 1986, όντας ακόμα μαθητής, οδήγησε την ομάδα του σχολείου του στην κατάκτηση του πρωταθλήματος Βελιγραδίου. Ήταν πραγματικά ασταμάτητος στην επίθεση, ενώ έδειξε τα πρώτα σημάδια της ηγετικής φυσιογνωμίας που θα τρομοκρατούσε τις αντίπαλες ομάδες μέχρι και το 2005.

ΚΚ Παρτιζάν λοιπόν. Οκτώ ολόκληρα χρόνια τα οποία μπορεί στην πλειοψηφία τους να μην είχαν αίσιο τέλος (αχ αυτή η Γιουγκοπλάστικα) όμως χάρισαν στον βραχύσωμο Σέρβο διακρίσεις και, φυσικά, τρόπαια. Η θητεία του στην ομάδα της ιδιαίτερης πατρίδας του χωρίζεται σε τέσσερις περιόδους. Κατ’ αρχάς, σε αυτή του Βλάντιμιρ Λούσιτς (1984-1986). Εν συνεχεία, σε αυτή του Ντούσκο Βουγιόσεβιτς (1986-1989 και 1990-1991), ενώ τη σεζόν 1989-1990 καθήκοντα προπονητή ανέλαβε ο Μπόρισλαβ Κόρκοβιτς, προτού καθίσει στον πάγκο της Παρτιζάν ο, μέχρι εκείνη τη στιγμή συμπαίκτης του Σάσα, Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς.

Οι πρώτες δύο σεζόν ήταν κάτι παραπάνω από αρνητικές. Αν και ο ίδιος, παρά το γεγονός πως ήταν μόλις 17 χρονών, ήταν εξαιρετικός, η Παρτιζάν δεν κατάφερε να κατακτήσει κάποιο τίτλο. Όμως, η αγωνιστική περίοδος 1986-1987 θα αποτελούσε το εφαλτήριο για την εκτόξευσή του στην κορυφή. Με τον Βουγιόσεβιτς πλέον στο τιμόνι του συλλόγου, ο Αλεξάνταρ εκτόξευσε τους μέσους όρους του και μαζί του, η ομάδα άλλαξε επίπεδο, κατακτώντας το πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας για πρώτη φορά μετά το 1981. Η Παρτιζάν ολοκλήρωσε την κανονική περίοδο με 40 βαθμούς, όντας δεύτερη, πίσω από την Τσιμπόνα. Στους τελικούς εκείνης της χρονιάς, ο 20χρονος πλέον Αλέξανδρος βρέθηκε αντιμέτωπος με την πρώην ομάδα του πατέρα του (Crvena zvezda).

Διαθέτοντας το πλεονέκτημα έδρας, οι «πρωτευουσιάνοι» έκαμψαν πολύ δύσκολα την αντίσταση των «αιώνιων» συμπολιτών τους με 2-0 (78-73 και 88-89), κατακτώντας το βαρύτιμο τρόπαιο. Ο Τζόρτζεβιτς ήταν απίστευτος, σκοράροντας με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο, δικαιώνοντας τον πρώην προπονητή του -Λούσιτς- για την επιμονή του να τον ντύσει στα χρώματα της Παρτιζάν.

Αναλυτικά η ομάδα που κατέκτησε το πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας του 1987: Ðordević, Dragutinović, Obradović, Lakićević, Nakić, Grbović, Savović, Ignjatović, Divac, Stefanović, Paspalj, Koprivića, Kanjevac, Orcev, Popović.

Η επόμενη αγωνιστική περίοδος (1987-1988) δεν ήταν και η ιδανικότερη για την παρέα του Σάσα. Το μεγαθήριο που άκουγε στο όνομα «Γιουγκοπλάστικα» άρχισε να «βρυχάται», κατακτώντας το πρωτάθλημα Γιουγκοσλαβίας. Έτσι, το καλοκαίρι του 1988 η Παρτιζάν, με ενορχηστρωτές τον Ντράγκαν Κικάνοβιτς (θρύλος της σερβικής και ευρωπαϊκής καλαθόσφαιρας) και τον Ντούσκο Βουγιόσεβιτς, έκανε το κόλπο γκρόσο, αποκτώντας τον Πρέντραγκ Ντανίλοβιτς.

Η Παρτιζάν φάνταζε και ήταν -κακά τα ψέματα- πανίσχυρη. Πως θα μπορούσε άλλωστε να μη θεωρηθεί φαβορί για όλους τους τίτλους στις διοργανώσεις που συμμετείχε, τη στιγμή που το ρόστερ της αποτελούταν από παίκτες όπως οι Πάσπαλι, Ντίβατς, Ντανίλοβιτς και Τζόρτζεβιτς. Η παρουσία του τελευταίου δε ήταν καταλυτική καθ’ όλη τη διάρκεια της σεζόν. Με μπροστάρη τον Αλεξάνταρ, η Παρτιζάν κατέκτησε το Κύπελλο Κόρατς, απέναντι στην Παλακανέστρο Καντού, σε διπλούς τελικούς (76-89 και 101-82), ενώ στον τελικό του κυπέλλου Γιουγκοσλαβίας (ανώτερο σε αξία από το τωρινό Copa del Rey), έχοντας σε εξαιρετική ημέρα τον ήρωα της ιστορίας μας, έκαμψε, πολύ πιο εύκολα από ότι μαρτυρά το τελικό 87-74, την αντίσταση της Γιουγκοπλάστικα, παίρνοντας μία μίνι ρεβάνς από την ομάδα που της είχε στερήσει το πρωτάθλημα την προηγούμενη χρονιά και η οποία μόλις είχε κατακτήσει το πρώτο από τα τρία συνεχόμενα τρόπαια Ευρωλίγκας.

Και φτάνουμε στους μεγάλους τελικούς του πρωταθλήματος. Παρτιζάν εναντίον Γιουγκοπλάστικα, με την πρώτη να έχει καπαρώσει το απόλυτο πλεονέκτημα έδρας στα playoffs. Κανείς δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει με σιγουριά τον τελικό νικητή. Πως θα μπορούσε άλλωστε; Τελικά η ΚΚ Σπλιτ «σκούπισε», έστω και δύσκολα, τη μεγάλη της αντίπαλο με 2-0 (73-74 και 75-70) κατακτώντας το δεύτερο συνεχόμενο πρωτάθλημα, στο δρόμο για τα τέσσερα σερί.

Ο Σάσα πυροβολούσε από παντού. Σκόραρε με lay up, πίσω από τα 6.25, μοίραζε παιχνίδι και γενικά έκανε τα πάντα. Τελικά όμως δεν κατόρθωσε να οδηγήσει εκ νέου την ομάδα του στη «Γη της Επαγγελίας».

Το πιο παράδοξο όμως από όλα είναι πως αυτές οι δύο ήττες διέλυσαν, στην κυριολεξία, την Παρτιζάν καθώς, οι Ντίβατς και Πάσπαλι αποφάσισαν να κυνηγήσουν το «αμερικανικό όνειρο», ενώ ο Βουγιόσεβιτς συνέχισε την καριέρα του στην ισπανική CD Oximesa (επέστρεψε βέβαια στη «βάση» του για τη σεζόν 1990-1991).

Ο Τζόρτζεβιτς όμως δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει το καράβι στο πιο κρίσιμο σημείο της φουρτούνας. Συνέχισε να βομβαρδίζει τις αντίπαλες άμυνες, έχοντας για «συνεργό στο έγκλημα» τον έτερο Σάσα του γιουγκοσλαβικού μπάσκετ, τον Ντανίλοβιτς. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να αντισταθεί στις ορέξεις της παρέας των Κούκοτς, Ιβάνοβιτς και Σάβιτς. Έτσι, παρακολουθούσε τους αντιπάλους του να κατακτούν back to back triple crown (89-90, 90-91), νιώθοντας τη φλόγα (για μπασκετική εκδίκηση) που έκαιγε μέσα του, να φουντώνει ολοένα και περισσότερο.

Τελικά, η σεζόν 1991-1992 ήταν η χρονιά του. Αρκετές ομάδες -κυρίως από Σλοβενία και Κροατία- αποχώρησαν από το κορυφαίο (για εκείνη την περίοδο) πρωτάθλημα της Ευρώπης, εξαιτίας του πολέμου, ο οποίος μαινόταν.

Η Παρτιζάν ήταν από τα μεγάλα φαβορί, τόσο για την κατάκτηση των εγχώριων τίτλων, όσο και για αυτό της Ευρωλίγκας. Με τον Ομπράντοβιτς πλέον στον πάγκο, ο βραχύσωμος guard ήταν υπέροχος, με την κάθε του ενέργεια να αποτελεί και μία πινελιά τελειότητας. Με μπροστάρη λοιπόν τον Σέρβο μαέστρο, η Παρτιζάν κατέκτησε το κύπελλο Γιουγκοσλαβίας (105-70 τη Μπόσνα Σαράγιεβο στον τελικό της διοργάνωσης), ενώ στους τελικούς του πρωταθλήματος, για ακόμη μία φορά κόντρα στην Crvena zvezda (τι σου είναι αυτές οι συμπτώσεις), αναδείχτηκε πρωταθλήτρια, με 3-0 στις νικές (104-81, 92-81 και 75-92).

Αφήσαμε τελευταίο το έπος της Κωνσταντινούπολης καθώς, αυτό που διαδραματίστηκε σε εκείνο το Final 4 και ειδικά στον Τελικό ήταν κάτι μοναδικό. Στον ημιτελικό, ο Τζόρτζεβιτς, με μία μαγική εμφάνιση (21 πόντοι), η οποία ουσιαστικά ήταν το πρόγευμα για ότι θα επακολουθούσε μετά από δύο ημέρες, οδήγησε την Παρτιζάν στη νίκη απέναντι στη Philips Milano (σημερινή Armani Milano) με 82-75.

Στον τελικό της 16ης Απριλίου του 1992, κόντρα στη Μπανταλόνα, ο Τζόλε είχε 23 πόντους και 3 ασίστ, όμως η κορυφαία στιγμή της αναμέτρησης δεν είναι άλλη από το δικό του τρίποντο buzzer beater που διαμόρφωσε το τελικό 71-70. Το παράδοξο όμως είναι πως δεν ανακηρύχτηκε MVP του Final 4 (ο Ντανίλοβιτς πήρε το βραβείο). Βέβαια, λίγο τον απασχόλησε αυτό. Είχε κατακτήσει επιτέλους το βαρύτιμο τρόπαιο και όλα τα υπόλοιπα φάνταζαν ήσσονος σημασίας.

Ιταλία, Ισπανία, ΝΒΑ, ο τελικός του 1997 και οι επιτυχίες σε εθνικό επίπεδο

Το triple crown του 1992 ήταν το ιδανικό κύκνειο άσμα για τον Σάσα στην Παρτιζάν, ο οποίος, κατανοώντας πως το έρεβος που συνόδευε τον πόλεμο που μάστιζε τις χώρες τις πάλαι ποτέ ενωμένης Γιουγκοσλαβίας εκτός του ότι δε θα του επέτρεπε να συνεχίσει να αγωνίζεται στην πατρίδα του, ήταν πολύ πιθανό να του στοιχίσει και την ίδια του τη ζωή, πήρε την απόφαση να συνεχίσει την καριέρα του στην Ιταλία, αγωνιζόμενος αρχικά στην Ολύμπια Μιλάνο (1992-1994) και στη συνέχεια στη Φορτιτούντο Μπολόνια (1994-1996).

Στην τετραετή θητεία του όμως στη χώρα του σπαγγέτι, ο Σάσα, αν και δε μπορούν να υπάρξουν λόγια για να περιγράψουν την ποιότητα -σε αγωνιστικό και πνευματικό επίπεδο- του παιχνιδιού του (τόσο μοναδικός ήταν), δεν κατάφερε να οδηγήσει (με εξαίρεση τη σεζόν 1992-1993 στην Ολύμπια Μιλάνο, με την οποία κατέκτησε το Κύπελλο Κόρατς, κερδίζοντας σε διπλούς τελικούς τη Βίρτους Ρόμα) κανέναν από τους δύο συλλόγους στους οποίους διέπρεψε -σε ατομικό επίπεδο- στην κατάκτηση κάποιου τροπαίου. Μάλιστα, την περίοδο 1995-1996, δύο χρόνια μετά τη φυγή του από την Ολίμπια Μιλάνο για λογαριασμό της Φορτιτούντο Μπολόνια, η πρώτη κατέκτησε τόσο το πρωτάθλημα όσο και το κύπελλο Ιταλίας. Αν έχεις τύχη διάβαινε.

Το καλοκαίρι του 1996, παρά τη στείρα (από άποψη τίτλων) τετραετία στο ιταλικό «έδαφος», πολλές ομάδες ανά την Ευρώπη -κυρίως από την Ισπανία- έστρωσαν χρυσάφι στα πόδια του. Ο ίδιος όμως, πήρε τη μεγάλη απόφαση να συνεχίσει την καριέρα του στο ΝΒΑ. Οι Πόρτλαντ Τρέιλ Μπλέιζερς αποφάσισαν να του δώσουν την ευκαιρία να αγωνιστεί και να καταξιωθεί στο κορυφαίο πρωτάθλημα του πλανήτη. Δεν άρπαξε όμως την ευκαιρία. Αγωνίστηκε σε μόλις 8 παιχνίδια, σκοράροντας συνολικά 25 πόντους (3.1 μέσο όρο), μοιράζοντας ταυτόχρονα και 0.6 ασίστ σε κάθε μία από τις οκτώ αναμετρήσεις.

Το αμερικάνικο στυλ παιχνιδιού ήταν ολοφάνερο πως δεν του ταίριαζε και έτσι, στα μέσα της αγωνιστικής περιόδου 1996-1997 επέστρεψε στην Ευρώπη, για λογαριασμό της Μπαρτσελόνα. Παρέμεινε στο καμάρι της Καταλονίας μέχρι και το 1999. Την πρώτη του χρονιά στην ACB, έχοντας για συμπαίκτες τους Καρνισόβας, Χιμένεθ, Ρίβας και Φερνάντεθ, οδήγησε τη Μπαρτσελόνα στην κατάκτηση του πρωταθλήματος όσο και στον τελικό της Euroleague. Η «εικόνα» του συλλόγου άλλαξε άρδην με τον ερχομό του. Η Μπαρτσελόνα κατέκτησε το πρωτάθλημα, με 3-2 στις νίκες, απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης, με τον Τζόλε να σμπαραλιάζει όλα τα αμυντικά συστήματα των Μαδριλένων.

Δε συνέβη όμως το ίδιο και στο Final 4 της Ρώμης. Ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς στα λεγόμενά μας, συνέβη κατά το ήμισυ. Στον ημιτελικό, η Μπαρτσελόνα επικράτησε της Asvel Lyon με 77-70, με τον Σάσα να είναι πρώτος σκόρερ της ομάδας του (17π) και τρίτος της αναμέτρησης. Στον μεγάλο τελικό όμως, η δίψα για την κατάκτηση του «Άγιου Δισκοπότηρου» δεν ήταν αρκετή για να υπερκεράσει το εμπόδιο του πανίσχυρου Ολυμπιακού. Ο Ντούσαν Ίβκοβιτς «βίδωσε» (το λέμε όσο πιο γλαφυρά γίνεται γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα) το «κομπιούτερ» της Μπαρτσελόνα (6 πόντοι με 2/11 σουτ εντός παιδιάς, 7ασίστ και 4 λάθη) και τελικά οι «ερυθρόλευκοι», παρά το μουδιασμένο ξεκίνημα, κατέκτησαν πολύ πιο εύκολα από ότι μαρτυρά το τελικό 73-58 την ευρωκούπα, σε μία σεζόν κατά την οποία ο Σάσα αναδείχθηκε 4ος καλύτερος πασέρ της διοργάνωσης, με 4.1 ασίστ ανά αγώνα.

Όμως, αυτή του η παρουσία σε Final 4 της Ευρωλίγκας ήταν και η τελευταία του. Κατέκτησε βέβαια ακόμη δύο πρωταθλήματα επί ισπανικού εδάφους -το 1999 με τη Μπαρτσελόνα, επικρατώντας της Κάχα Σαν Φερνάντο με 3-0 στους τελικούς της ACB, αλλά και το 2000, αυτή τη φορά με τα χρώματα της πρώην «μισητής» Ρεάλ Μαδρίτης, ρίχνοντας στο καναβάτσο (με 2-3 στις νίκες, έχοντας μειονέκτημα έδρας) τη Μπαρτσελόνα- προτού αποχωρήσει, το 2002, από τη χώρα της Ιβηρικής Χερσονήσου, για λογαριασμό των Πεσάρο (2003-2005) και Ολίμπια Μιλάνο (πραγματοποίησε ελάχιστες εμφανίσεις με την ομάδα από την πόλης της «μόδας»), οι οποίες αποτέλεσαν και τους τελευταίους σταθμούς της καριέρας του.

Ο Τζόλε όμως δεν περιόρισε τις επιτυχίες του σε διασυλλογικό επίπεδο. Με την Εθνική ομάδα της Γιουγκοσλαβίας, από το 1987 μέχρι και το 1998, σάρωσε όποιον αντίπαλο βρέθηκε στο διάβα του, όντας ίσος μεταξύ των κορυφαίων.

Αν και το Ευρωμπάσκετ του 1987 δεν αποτέλεσε το πλέον ιδανικό ξεκίνημα για τον ίδιο (χάλκινο μετάλλιο, με δύο ήττες από την Ελλάδα), η συνέχεια δε θα μπορούσε να είναι πιο ιδανική. Κατέκτησε τρία χρυσά μετάλλια σε Ευρωμπάσκετ (1991, 1995, 1997), ένα ασημένιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντα (1996) και ένα χρυσό στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 1998.

Αναμφίβολα, οι κορυφαίες του στιγμές -σε ατομικό επίπεδο- με την Εθνική ομάδα τις χώρας του είναι δύο. Η πρώτη, χρονικά, πραγματοποιήθηκε στο Ευρωμπάσκετ του 1995 στην Αθήνα. Στον μεγάλο τελικό της διοργάνωσης, η αναμέτρηση ανάμεσα στη Σερβία/Μαυροβούνιο και τη Λιθουανία ήταν κάτι το μοναδικό. Σε έναν αγώνα όπου οι άμυνες των δύο ομάδων δεν έκαναν ποτέ την εμφάνισή τους, οι «πλάβι» έκαμψαν την αντίσταση της παρέας των Σαμπόνις, Μαρτσουλιόνις και Καρνισόβας με 96-90.

Βασικός υπεύθυνος για αυτό το μεγαλειώδη θρίαμβο της ομάδας του Ντούσαν Ίβκοβιτς ήταν ο Σάσα Τζόρτζεβιτς, ο οποίος σμπαράλιασε τα αμυντικά συστήματα του Βλάντας Γκαράστας (τότε προπονητής της Λιθουανίας) με 41 (!) πόντους και 9/12 τρίποντα (συνολικά 11/15 σουτ εντός παιδιάς και 10/12 βολές).

Η δεύτερη, πραγματοποιήθηκε το 1997 στο Ευρωμπάσκετ της Ισπανίας, όπου αναδείχθηκε MVP της διοργάνωσης. Στη δεύτερη φάση, η Γιουγκοσλαβία συγκρούστηκε με την Κροατία. Τέσσερα δευτερόλεπτα πριν από το τέλος, οι Κροάτες προηγούνταν με 62-61, έχοντας εκτελέσει βολές. Η Γιουγκοσλαβία ήταν στα πρόθυρα μίας ήττας η οποία, σε συνδυασμό με το κίτρινο φύλλο αγώνα από την αναμέτρηση με την Ιταλία (74-69) στην πρώτη φάση της διοργάνωσης, θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την πρόκριση της στην προημιτελική φάση του τουρνουά. Ο Τζόρτζεβιτς όμως δε θα επέτρεπε να συμβεί κάτι τέτοιο. Διέσχισε αστραπιαία το παρκέ και, νικώντας το χρονόμετρο, σημείωσε το τρίποντο που έδωσε τη νίκη στην ομάδα του (64-62) και αποτέλεσε το «ξυπνητήρι» για τη θριαμβευτική πορεία μέχρι το τρόπαιο.

Η συγκεκριμένη μάλιστα φάση έχει και ένα μικρό παρασκήνιο, το οποίο διαδραματίστηκε μετά από 13 χρόνια. Συγκεκριμένα, ο Σάσα, μία μέρα μετά το νικηφόρο-θρυλικό τρίποντο του Μίλος Τεόντοσιτς απέναντι στην Ισπανία (8 Σεπτεμβρίου) για τα προημιτελικά του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος του 2010 (92-89), δήλωσε πως πριν από την έναρξη του προ τριετίας τουρνουά, είχε μιλήσει στον Σέρβο guard, τονίζοντάς του πως ήταν επιτακτική ανάγκη να κλείσει τα στόματα των επικριτών του. Χαρακτηριστικά, οι δηλώσεις του Σάσα είναι οι εξής: «Από την αρχή σκεφτόμουν και είχα πει στον Μίλος ότι το πιο σημαντικό είναι να υπερασπιστεί τον εαυτό του, τη στιγμή που δεχόταν τόση κριτική από τους γύρω του. Αποδείχθηκε ότι είχα δίκιο».

Μελανό σημείο στην ενασχόλησή του με το μπάσκετ ήταν η προπονητική του θητεία, αρχικά στην Ολίμπια Μιλάνο (2006-2007) και στη συνέχεια στην Μπενετόν Τρεβίζο (2011-2012). Βέβαια, η αρχή της κυριαρχίας της Σιένα στο ιταλικό προσκήνιο -ως μία άλλη Γιουγκοπλάστικα- ήταν ένα εμπόδιο, το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να ξεπεράσει. Πλέον προσπαθεί να φέρει ξανά στην κορυφή την ιστορική Βίρτους Μπολόνια.

Αλεξάνταρ Τζόρτζεβιτς. Ένας αθλητής «Μίδας». Ένας παίκτης που κατέκτησε τα πάντα στο διάβα του, έχοντας την τιμή να ανακηρυχθεί Πολυτιμότερος Ευρωπαίος Παίκτης της Χρονιάς (Mr. Europa) δύο φορές, και μάλιστα συνεχόμενες (1994, 1995), αλλά και Κορυφαίος Γιουγκοσλάβος Αθλητής (1995), ενώ το 2008 έγινε μέλος μίας πολύ ξεχωριστής λίστας (50 Greatest Euroleague Contributors). Υπόκλιση και σεβασμός για έναν ευεργέτη του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Σχετικά άρθρα