Κυριακή 11 Ιουνίου 2000 και σχεδόν σύσσωμος ο έντυπος αθλητικός Τύπος της χώρας γράφει για την επικείμενη μεταγραφική επιτυχία του μπασκετικού Ολυμπιακού. Την έλευση του Αντουάν Ριγκοντό στο λιμάνι!

Οι μέρες πέρασαν, αλλά ο Γάλλος πλέι μέικερ δεν εμφανίστηκε ποτέ στον Πειραιά, αφήνοντας τους ερυθρόλευκους με την απορία. Γιατί; Δεν ήθελε ο ίδιος, δεν τον ήθελε ο Σωκράτης Κόκκαλης; Εξήγηση γιατί δεν φόρεσε τα ερυθρόλευκα δεν δόθηκε ποτέ.

Ο Γάλλος άσος συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Κίντερ Μπολόνια, που αποτέλεσε και το σκαλοπάτι του για να βρεθεί στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, στο ΝΒΑ. Πήγε, είδε και… επέστρεψε στα γνώριμα γι’ αυτόν ευρωπαϊκά λημέρια. Όμως η πόρτα της Ελλάδας είχε κλείσει για τα καλά… Όχι όμως και η συμπάθειά του για την Ελλάδα!

Αντίκρισε για πρώτη φορά το φως της ημέρας στις 17 Φεβρουαρίου του 1971 στο Σολέ της Γαλλίας. Πριν καλά καλά μάθει να περπατά έπιασε την μπάλα του μπάσκετ στα χέρια του! Το έναυσμα για την επαφή του με το άθλημα ήταν ο μεγάλος του αδελφός, Ετιέν, ο οποίος έπαιζε κι αυτός μπάσκετ, χωρίς όμως να καταφέρει ποτέ να κάνει κάτι σπουδαίο. «Μερικές φορές σκέφτομαι ότι μέσα στο κεφάλι μου όταν γεννήθηκα δεν υπήρχε μυαλό, αλλά μία μπάλα μπάσκετ», αναφέρει σε μια παλιά του συνέντευξη ο Αντουάν Ριγκοντό για τη «σχέση» του με μπάσκετ.

Στα 8 του χρόνια πήγε στη Σολέ, ενώ στο πρώτο του επίσημο παιχνίδι η νίκη που σημείωσε ήταν συντριπτική (84-0)!! Στις μικρές ομάδες, κατέκτησε ό,τι τίτλο έβρισκε μπροστά του! Το πρωτάθλημα παίδων (1986), εφήβων (1987) και ελπίδων (1988). Το ντεμπούτο του στο γαλλικό πρωτάθλημα το πραγματοποίησε μόλις στα 16 του χρόνια απέναντι στην Καν, σημειώνοντας μάλιστα 16 πόντους!

Η αγάπη προς το πρόσωπό του ήταν έντονη στο Σολέ. Χαρακτηριστικό είναι το καθιερωμένο σύνθημα των οπαδών της Σολέ, την οποία μετέτρεψε σε μία από τις πιο αξιόλογες ομάδες της Γαλλίας στα χρόνια που έπαιζε εκεί: «Haut, haut Rigaudeau» (ψηλά, ψηλά Ριγκοντό). Ενδεικτική είναι και η δήλωση του προπονητή του, Λοράν Μπουφάρ, ο οποίος είχε πει κάποτε: «Θέλω τόσο πολύ να τον βλέπω να παίζει, που μερικές φορές ξεχνιέμαι και τον… ξεχνάω μέσα στο ματς»!

Στη Σολέ έμεινε μέχρι το 1995 χωρίς όμως να καταφέρει να πανηγυρίσει κάποιο τίτλο, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει πως δεν κατάφερε να ξεχωρίσει. Ο Ριγκοντό αναδείχθηκε καλύτερος Γάλλος μπασκετμπολίστας τις περιόδους 1990-91, 1991-92, 1992-93, 1993-94 και τρεις διαδοχικές χρονιές ο πιο ελπιδοφόρος παίκτης (1990, 1991, 1992).

Τα στατιστικά του στη Σολέ είναι εντυπωσιακά. Τη σεζόν 1990-91 είχε 14.9 πόντους και 7 ασίστ μέσο όρο, το 1991-92, 14.8 πόντους, 3.4 ριμπάουντ και 7.4 ασίστ, την περίοδο 1992-93 16.8 πόντους, 3.1 ριμπάουντ 4.4 ασίστ, το 1993-94 17.1 πόντους, 3.4 ριμπάουντ και 4.4 ασίστ, ενώ το 1994-95 είχε 18 πόντους, 2.7 ριμπάουντ και 4.1 ασίστ. Ισως όλα τα παραπάνω να εξηγούν και το παρατσούκλι που του δόθηκε… «Ο πλέι μέικερ του 2000».

Η «δίψα» του όμως για έναν τίτλο ήταν έντονη και για το λόγο αυτό το 1995 άφησε πίσω του τη Σολέ για να πάει στην Ορτέζ, με την οποία τελικά ένα χρόνο μετά κατάφερε να κατακτήσει τον πρώτο τίτλο της καριέρας του, στη Γαλλία, έχοντας μάλιστα 18.2 πόντους, 3.2 ριμπάουντ και 3.9 ασίστ τη σεζόν 1995-96.

Έπειτα από μία διετία στην Ορτέζ, το 1997 αποφασίζει να φύγει από τα σύνορα και να πάει στην Ιταλία και την Κίντερ Μπολόνια. Εκεί έμελλε να ζήσει και τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του. Στις 23 Απριλίου του 1998 στη Βαρκελώνη ο Αντουάν Ριγκοντό κατέκτησε την Ευρωλίγκα απέναντι στην ΑΕΚ του Γιάννη Ιωαννίδη, έχοντας κάνει εξαιρετική εμφάνιση σημειώνοντας 14 πόντους, 2 ριμπάουντ και 5 κλεψίματα.

Ένας χρόνος πέρασε και ο Γάλλος πλέι μέικερ βρέθηκε ξανά στον τελικό της Ευρωλίγκα αυτή τη φορά απέναντι στην Ζαλγκίρις. Ο Ριγκοντό παρά την εξαιρετική του εμφάνιση (27 πόντους, 2 ριμπάουντ, 1 ασίστ και 2 κλεψίματα) δεν κατάφερε να επαναλάβει το κατόρθωμα της Βαρκελώνης. Το έκανε πάντως δύο χρόνια μετά, το 2001, όταν οδήγησε την Κίντερ στον τίτλο της διαιρεμένης Ευρωλίγκα, έχοντας 23 πόντους με 6/7 τρίποντα στον 5ο και καθοριστικό τελικό της σειράς με τη Τάου.

Το 2002 ο Ριγκοντό αγωνίστηκε και πάλι στον τελικό της διοργάνωσης, για 4η φορά σε μία πενταετία. Αυτή τη φορά ήταν ο Παναθηναϊκός που έβαλε… φρένο στους στόχους της Κίντερ, καθώς η ιταλική ομάδα γνώρισε την ήττα με 83-89, μέσα στη Μπολόνια.

Την επόμενη χρονιά ο Ριγκοντό πραγματοποίησε επιτέλους το όνειρο του. Να παίξει στο ΝΒΑ. Πως θα μπορούσε άλλωστε να μην θέλει να αγωνιστεί στο πρωτάθλημα όπου πέρασαν τα ινδάλματά του… Ο Ρικάρντο Πίτις, ο Τόνι Κούκοτς και ο Μάτζικ Τζόνσον, παίκτες από του οποίους μάλιστα πήρε στοιχεία στο παιχνίδι του. Στο Ντάλας ο Ριγκοντ, στα 31 του πλέον, δεν «κόλλησε» ποτέ, πήρε ελάχιστες ευκαιρίες και έπαιξε πολύ λίγο (έφυγε με 1,5 πόντο και 8,3 λεπτά συμμετοχής σε μόλις 11 αγώνες), ωστόσο ένα μέρος του ονείρου του το πραγματοποίησε. Οταν υπέγραψε συμβόλαιο στο Γκόλντεν Στέιτ αλλά δεν έπαιξε ποτέ, κατάλαβε ότι ήταν ώρα να επιστρέψει στην Ευρώπη. Η Βαλένθια αποτέλεσε τον τελευταίο σταθμό της μεγάλης καριέρας του, η οποία ολοκληρώθηκε το 2005, λίγο πριν από την τελευταία του παράσταση, με την εθνική ομάδα.

Με τους «τρικολόρ», ο «πλέι μέικερ του 2000» έζησε ονειρεμένες στιγμές, όντας ηγέτης της για περίπου 10 χρόνια. Η πρώτη… επαφή έγινε το 1990 όταν ο Ριγκοντό ήταν 19 χρονών. Με την εθνική ομάδα της πατρίδας του ο «βασιλιάς» (αυτό είναι το άλλο παρατσούκλι του) συμμετείχε σε δύο Ευρωμπάσκετ (1993, 1995), ενώ μοναδική στιγμή αποτελεί η κατάκτηση του ασημένιου μεταλλίου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ. Η τελευταία «εικόνα» βέβαια δεν ήταν και τόσο ευχάριστη, παρά την κατάκτηση του χάλκινου μεταλλίου το 2005. Ο τρόπος με τον οποίον ηττήθηκε η Γαλλία στον ημιτελικό του Ευρωμπάσκετ από την Ελλάδα, με τον ίδιο να αποτυγχάνει να εκδηλώσει την τελευταία επίθεση, δεν ξεχνιέται εύκολα. Τι ειρωνία…

Στα «χρυσά» χρόνια του ελληνικού μπάσκετ, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν το ελληνικό πρωτάθλημα διαφημιζόταν (και ήταν) ως το κορυφαίο της Ευρώπης, ο παίκτης που έγινε γνωστός ως ο «πλέι μέικερ του 2000» δεν έκρυβε ότι θα ήθελε πολύ να παίξει μπάσκετ στη χώρα μας. Ο λόγος ήταν ο… Παναγιώτης Φασούλας, τον οποίον θαύμαζε από μικρός, έστω κι αν δεν ταίριαζε ούτε στο στυλ παιχνιδιού του, ούτε φυσικά και στη θέση του.

«Θα ήθελα να παίζω μόνο συμπαίκτης του, όχι αντίπαλός του» είχε εξηγήσει σε μία συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο περιοδικό «Τρίποντο» το 1991, τονίζοντας ότι αυτός είναι και ο λόγος που θα ήθελε πολύ εκείνη την εποχή να παίξει στον ΠΑΟΚ. Ο Ριγκοντό και η Ελλάδα δεν ακολούθησαν ποτέ τον ίδιο δρόμο. Ήταν όμως το τελευταίο εμπόδιο που βρήκε μπροστά του…

Σχετικά άρθρα