Το μπάσκετ ή αλλιώς καλαθοσφαίριση (σ.σ. ποτέ δεν κατέστη κατανοητό γιατί το ποδόσφαιρο είναι ουδέτερο και το μπάσκετ θηλυκό), θεωρείται στα εδάφη της Ευρώπης τουλάχιστον ως το δεύτερο πιο δημοφιλές άθλημα πίσω μόνο από το ποδόσφαιρο.

Του Κωνσταντίνου Γιαννόπουλου

Αναφορικά με τη χώρα μας δε, μόνο τυχαίο δεν είναι που εδώ και πάνω από 30 χρόνια η εθνική ομάδα μπάσκετ αποκαλείται «επίσημη αγαπημένη» από φιλάθλους και Τύπο, απόρροια της τεράστιας επιτυχίας της – και παρθενικής σε ομαδικό σπορ – στο Ευρωμπάσκετ του 1987 με την οποία καλλιεργήθηκε η μπασκετική κουλτούρα στους Έλληνες.

Οι επιτυχίες του ελληνικού μπάσκετ, εξάλλου, είναι γνωστές τόσο σε εθνικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, σε βαθμό που παραφράζοντας την Δήμητρα Παπαδοπούλου στους λατρεμένους «Απαράδεκτους» θα μπορούσαμε να πούμε ότι «βγάλαμε Γκάλη, Γιαννάκη, Σπανούλη, Διαμαντίδη και κρασί από το βαρέλι».

Για όσους δε γνωρίζουν μάλιστα, η Ελλάδα μαζί με τις Πορτογαλία, Τσεχοσλοβακία, Ιταλία, Λετονία, Ρουμανία και Ελβετία αποτέλεσαν τα 7 από τα 8 ιδρυτικά μέλη της FIBA, δείγμα και αυτό της αέναης σχέσης μας με το άθλημα.

Αυτό σε ό,τι έχει να κάνει με τα καθ’ ημάς… Διότι στην αντίπερα όχθη του νομίσματος, υπάρχουν κι εκείνες οι ευρωπαϊκές χώρες που, ενώ φημίζονται για την ιστορία και για την παράδοσή τους στη «στρογγυλή θεά», εντούτοις στο μπάσκετ το παλμαρέ τους θα μπορούσαμε να πούμε πως χαρακτηρίζεται από αδιαπραγμάτευτη ένδεια.

Χωρίς πολλά – πολλά, ξεχωρίσαμε τις 5 πιο ηχηρές περιπτώσεις και τις παρουσιάζουμε μία προς μία.

Πορτογαλία

Τρεις παρουσίες σε Ευρωμπάσκετ όλες κι όλες (το 1951, το 2007 και το 2011) μηδέν σε Μουντομπάσκετ και μηδέν σε Ολυμπιακούς Αγώνες, με τον σεσημασμένο τριποντάκια, Κάρλος Λισμπόα, και την ομάδα στην οποία μεγαλούργησε (βλ. Μπενφίκα), κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 κυρίως, να αποτελούν τα πιο πρόδηλα σημεία αναφοράς για τους Ίβηρες στο σπορ.

Αγγλία

Εδώ τα πράγματα φαντάζουν λίγο περίπλοκα και ο λόγος είναι ο εξής: ως μέλος της ομάδας μπάσκετ του Ηνωμένου Βασιλείου από το 2005 και μετά, η Αγγλία εξασφάλισε τη συμμετοχή της σε 5 Ευρωμπάσκετ (2009, 2011, 2013, 2017 και προσεχώς 2022) σε μια διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων (2012), ενώ αρκετά χρόνια πιο πριν εκπροσωπήθηκε και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1948.

Μολαταύτα, αν απομονώσουμε από την εξίσωση την Αγγλία, τότε το αποτέλεσμα αναμφισβήτητα κρίνεται υποτυπώδες: μηδέν παρουσίες σε τελική φάση Ευρωμπάσκετ από το 1999 έως το 2005 και παντελής έλλειψη οποιασδήποτε διάθεσης συμμετοχής από το 1983 έως το 1997. Εξ ου λοιπόν και η… λειψυδρία σε διακρίσεις διαχρονικά: 4 συμμετοχές σε Ευρωμπάσκετ (1946, 1955, 1961, 1981), ένα χάλκινο μετάλλιο στους Αγώνες της Κοινοπολιτείας το 2006 και αυτό είναι όλο.

Βέβαια για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, σε επίπεδο παικτών οι Εγγλέζοι έχουν αναδείξει ουκ ολίγες αξιομνημόνευτες περιπτώσεις με έντονο άρωμα από το ΝΒΑ. Ο Luol Deng που αγωνίστηκε στις μικρές εθνικές ομάδες της Αγγλίας έγινε δυο φορές All Star, ο Ben Gordon ήταν Κορυφαίος Έκτος Παίκτης το 2005 ενώ ο OG Anunobi πέρυσι στους Ράπτορς σκόραρε 16 πόντους ανά αγώνα.

Και φυσικά μην ξεχνάμε τα «δικά» μας παιδιά:
-Τον James Donaldson (φωτ.) ο οποίος αφότου έφτασε να γίνει μέχρι και All Star το 1988 στο ΝΒΑ, εν συνεχεία φόρεσε τις φανέλες του Ηρακλή (1993-94) και της Λάρισας (1998-99).
-Τον Steve “Bucknall, με θητεία στους Los Angeles Lakers, που πέρασε επίσης από τον Ηρακλή.
-Τον John Amaechi, που πραγματοποίησε μια στάση τη σεζόν 1996-97 στον Παναθηναϊκό ύστερα από μια χρονιά στους Cavaliers.
-Και φυσικά τον Andrew Richard Betts με αξιοπρεπέστατη θητεία σε ΑΕΚ και σε Άρη.

Βέλγιο

Εντάξει, τον Matt Lojeski όλοι τον γνωρίζουμε, χάρη στο πέρασμά του από τις τρεις μεγάλες ομάδες της Αττικής (κατά σειρά Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός, ΑΕΚ). Με εξαίρεση όμως τον 36χρονο σουτέρ, το σωστό να λέγεται, οι «κόκκινοι διάβολοι» δε διεκδικούν δάφνες ποιότητας στο άθλημα της «σπυριάρας».

Συγκεκριμένα, οι διακρίσεις τους έχουν ως εξής: 18 συμμετοχές σε Ευρωμπάσκετ (συνυπολογίζοντας την πρόκριση για το 2022) με μηδέν μετάλλια, τρεις συμμετοχές σε Ολυμπιακούς Αγώνες προ αμνημονεύτων ετών (1936, 1948, 1952) και καμία παρουσία σε Παγκόσμιο Κύπελλο.

Οι Emma Meesseman (πρωτίστως) και Julie Allemand (δευτερευόντως) με την παρουσία τους στο WNBA, καθώς και ο D. J. Mbenga (σ.σ. δις πρωταθλητής με τους Lakers, αλλά έχοντας «διακοσμητικό» ρόλο) είναι οι βασικότεροι λόγοι που το Βέλγιο πιάνει (;) οριακά… βάση.

Ολλανδία

Για αρχή, θα τους αναγνωρίσουμε ότι μας σύστησαν έναν εκ των κορυφαίων σέντερ του ΝΒΑ στη δεκαετία του ’90, τον «Ιπτάμενο Ολλανδό» Rik Smits, όπως και τον πρωταθλητή με τους San Antonio Spurs λίγα χρόνια αργότερα, Francisco Elson.

Συν τοις άλλοις, η εθνική ομάδα της Ολλανδίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κατάφερε να προκριθεί στο Ευρωμπάσκετ (16 συνολικά), υπήρξε κατά περιόδους αρκετά ανταγωνιστική, με αποκορύφωμα το 1983 όταν και τερμάτισε στην τέταρτη θέση. Μάλιστα το διάστημα 1983-1989 θεωρείται το κορυφαίο ίσως στην ιστορία των «οράνιε», καθώς παρευρέθησαν σε τέσσερις διαδοχικές διοργανώσεις Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, καθώς και σε ένα τουρνουά Παγκοσμίου Κυπέλλου (1986).

Στην αντίπερα όχθη όμως, η περίοδος 1991 – 2012 κρίνεται ως μια «μαύρη τρύπα» στα χρονικά, δεδομένου πως η Ολλανδία δεν κατάφερε να συμμετάσχει καν σε κάποια μεγάλη διοργάνωση.

Δανία

Με δυο Δανούς στη σύνθεσή της, τους Michael Andersen (δεξ.) και Mikkel Larsen (αριστ.), η ΑΕΚ έφτασε να αγωνιστεί το 1998 στον τελικό της Ευρωλίγκα κόντρα στη Βίρτους Μπολόνια.

Γιατί το αναφέρουμε αυτό; Διότι με εξαίρεση τους δυο προαναφερθέντες (σ.σ. που δεν ήταν δα και τα πρώτα ταλέντα…), αλλά και τον David Andersen που ναι μεν έχει πατέρα Δανό αλλά αγωνίζεται με τα χρώματα της Αυστραλίας στις διεθνείς διοργανώσεις, το μπάσκετ στην εν λόγω χώρα δεν το λες και ποιοτικό.

Πολλώ δε μάλλον αν αναλογιστούμε πως οι τελευταίες επιτυχίες των Δανών στο άθλημα εντοπίζονται πίσω στα Ευρωμπάσκετ του 1951, του 1953 και του 1955, όταν και σημείωσαν αθροιστικά μόλις 3 νίκες σε 26 (!) αγώνες.

Σχετικά άρθρα