Δεν είχε ποτέ την πλαστικότητα στις κινήσεις του Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ, όμως ήταν ένας από τους λίγους σέντερ στην περίοδο ανάμεσα στα 70s και τα 80s που μπορούσαν να κοιτάξουν στα μάτια τον διοπτροφόρο σέντερ των Λος Άντζελες Λέικερς.

Και αν υπάρχει κάτι πάνω του που να προκαλεί μεγαλύτερο τρόμο από το ύψος του (2.18 μ. με τις κακές γλώσσες να λένε ότι το άφρο μαλλί του τον έκανε να δείχνει ψηλότερος!) και το θηριώδες κορμί του, τότε αυτό είναι σίγουρα τα επιτεύγματά του στο NBA: 17.1 πόντοι, 10.1 ριμπάουντ, 1.9 μπλοκ και 59.9% ποσοστό ευστοχίας (σ.σ. με μίνιμουμ προσπαθειών τις 2.000).

Πολύ απλά ο Άρτις Γκίλμορ (21/9/1949) είναι ο πιο εύστοχος παίκτης όλων των εποχών! Αποκορύφωμα της εξωπραγματικής ευστοχίας του ήταν η σεζόν 1980-81 όταν σκόραρε με ποσοστό 67%, το πέμπτο μεγαλύτερο στην ιστορία του ΝΒΑ. Έχοντας να επιδείξει 12 «γεμάτα» χρόνια στο κορυφαίο πρωτάθλημα του πλανήτη (σ.σ. σε κάποια φάση είχε συμπληρώσει 670 συνεχόμενους αγώνες) και 6 All Star Games στο βιογραφικό του, ήταν -με διαφορά- ο καλύτερος παίκτης στην ιστορία των Σικάγο Μπουλς, μέχρι την εμφάνιση του Μάϊκλ Τζόρνταν και θεωρείται κι ένας από τους πιο υποτιμημένους παίκτες στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.

Αλλά και στο κολεγιακό έχει αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του, καθώς παραμένει ο κορυφαίος ριμπάουντερ σε μέσο όρο στην Division I. Στο ΑΒΑ, εξάλλου, οδήγησε μόνος του τους Kentucky Colonels στην κατάκτηση του πρωταθλήματος το 1975 (MVP των πλέι οφ).

Η Ευρώπη ως λύση προέκυψε στα βαθιά γεράματα, όταν πλέον είχε αποφασίσει ν’ αποσυρθεί από το NBA. Συγκεκριμένα, τη σεζόν 1988-89, η Φορτιτούντο Μπολόνια υπέγραψε συμβόλαιο με τον 39χρονο -τότε- σέντερ και ο ίδιος, παρόλο που δεν εντυπωσίασε, έδειξε ότι δεν είχε χάσει την ποιότητά του ως παίκτης, ολοκληρώνοντας τη χρονιά με 12.3 πόντους και 11 ριμπάουντ.

Σχετικά άρθρα