Ας θυμηθούμε αναλυτικά όσα δήλωσε ο Παναγιώτης Γιαννάκης στον ΣΠΟΡ FM τον Δεκέμβριο του 2018:

Για την… αγαπημένη του λέξη, την υπομονή: «Η υπομονή είναι μεγάλη αρετή. Αν γίνει βίωμα σε κάνει να είσαι αποτελεσματικός σε βάθος χρόνου. Η αποτελεσματικότητα είναι μεγάλη προίκα. Εμείς οι Έλληνες είμαστε άνθρωποι που εύκολα ενθουσιαζόμαστε και απογοητευόμαστε και γι’ αυτό έχουμε θέματα να λύσουμε προβλήματα και σαν λαός. Όλοι αγαπούν τη νίκη και πρέπει να ξέρεις ποια είναι τα προσόντα του. Πού υπερτερείς από τους άλλους και τι μπορείς να διαχειριστείς. Να έχεις έναν τρόπο δουλειάς, που να ξέρεις που είσαι καλύτερος».

Για το ματς με τις ΗΠΑ το 2006: «Όταν ένα παιχνίδι έχει ένταση, κούραση, πίεση, δεν είναι όλοι οι επαγγελματίες το ίδιο. Το 2006 ήταν ο ΛεΜπρόν, ο Μπος, ο Γουέιντ και εμείς από την άλλη δεν διαθέταμε αυτά που είχαν. Αλλά, τελικά καταφέραμε και τα βάλαμε στο παιχνίδι αυτά που είχαμε. Εμείς είχαμε υπομονή, ηρεμία να χτυπήσουμε τις αδυναμίες. Ακόμη και Ντουράντ με τον Κάρι έχουν αδυναμίες. Όλοι έχουν. Έχει σημασία η ώρα, η στιγμή και εσύ να τα βάλεις πνευματικά και τεχνικά στο παιχνίδι. Εμείς του βγάλαμε έξω από τις δυνατότητές τους. Αυτός που είναι πολύ ταλαντούχος βιάζεται. Δεν θέλει να αποφασίζει. Δεν έχει υπομονή να αμυνθεί. Έχει αδυναμίες και γενικά υπάρχουν πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν για να νικήσεις. Εκείνη τη βραδιά δεν πανικοβληθήκαμε, είχαμε καθαρό μυαλό. Ηρεμήσαμε, πλησιάσαμε και με την υπομονή το εκμεταλλευτήκαμε αυτό».

Για το ‘87 και μετά:
«Τα καταφέραμε, γιατί ξεπεράσαμε τον υπέρμετρο εγωισμό μας. Πράγματι υπήρχαν ταλαντούχα παιδιά από τότε. Όσο προοδεύει το άθλημα, δεν φτάνει να είσαι ψηλός και γρήγορος για να νικήσεις, αλλά θέλεις συνδυασμό αυτών των δύο. Τότε, έπαιξαν πολλά πράγματα ρόλο. Κάποια παιδιά είχαν διαφορετικό χαρακτήρα από τους άλλους, ο εγωισμός μπήκε από κάτω και έτσι εκμεταλλευτήκαμε τα προσόντα που είχαν εκείνα τα παιδιά σε κάποιους τομείς. Η ικανότητα να παίζουμε πολλά χρόνια μαζί, μας έδωσε τη δυνατότητα να ήμασταν πιο αποτελεσματικοί».

Για το 2005:
«Υπήρχαν τα ψηλά παιδιά και πριν το 2005. Και ο Διαμαντίδης και ο Παπαλουκάς ήταν στην ομάδα. Είχε άλλον τρόπο ανάπτυξης το παιχνίδι. Μετά τη μεγάλη νίκη του 2005 απέδειξαν τις δυνατότητές τους τα παιδιά. Από το 2004 είχε ξεκινήσει όλη η ιστορία. Δημιουργήσαμε ένα γκρουπ που είχε προσόντα και πίστευε στην ομάδα. Καταλάβαμε ότι μπορούμε να παίξουμε με τον οποιονδήποτε. Πίστευα ότι αυτή η ομάδα μπορούσε να παίξει καλά για 8-10 χρόνια».

Για τον Βασίλη Σπανούλη:
«Τον Σπανούλη δεν τον πίστευαν τότε. Έχει δείξει τη μεγάλη προσφορά του στο ελληνικό μπάσκετ και τον ελληνικό αθλητισμό. Αλλά, ήταν λίγοι εκείνοι που πίστευαν ότι θα κάνει μεγάλη καριέρα. Είναι ένα παιδί που δεν φοβάται να εκτεθεί. Πιστεύει στην προπόνηση, τη δουλειά και δεν έχουν ταβάνι τα όνειρά του. Η γενιά μου είχε δυσκολίες να παίξει στο υψηλό επίπεδο».

Για τη μεταγραφή του στον Άρη το 1984:
«Εκείνο το καλοκαίρι, είχα προσπαθήσει στον Ιωνικό να κάνουμε μία ομάδα για πρωταθλητισμό, γιατί πίστευα ότι μπορούσαμε. Τελικά, δεν ευοδώθηκαν οι προσπάθειες αυτές και έπρεπε να πάρω μεταγραφή. Τότε ήταν κοντά ο Παναθηναϊκός, που είχε δυνατότητα τότε με τον κύριο Βαρδινογιάννη, αλλά πιο κοντά είχε φτάσει η ΑΕΚ. Γιατί, ο Τέρης Παναγίδης ήθελε να πάρει την Ερασιτεχνική. Χάλασε στο τέλος η μεταγραφή και πήγα στον Άρη, όπου αποδέχθηκα την πρότασή του να πάω. Τότε με ρωτούσαν για ποιον λόγο πήγα στον Άρη. Πολλοί δεν πίστευαν ότι θα μπορούσα να παίξω με τον Νικ και ότι η ομάδα θα ήθελε δύο μπάλες. Αλλά βρήκαμε τρόπο…».

Για το 113-114 στο Ιωνικός-Άρης:
«Ήταν ένα φοβερό ματς. Σπάνια γίνονται τέτοια ματς, ούτε εγώ κατάλαβα ότι κάναμε τέτοιο ματς. Ο συγχωρεμένος ο Πετρίδης με ρώτησε στα αποδυτήρια πόσους πόντους έβαλα και του λέω: “Πόσους, 35-40;” και μου λέει 73!».

Για την αποχώρηση του Πασκουάλ από τον Παναθηναϊκό:
«Δεν είναι και λίγο να μένεις για 2,5 χρόνια. Αλλά, θα ήταν προτιμότερο να είχε μία καλύτερη αντιμετώπιση. Άσχετα με το παιχνίδι με την Αρμάνι, οι ομάδες φτιάχνονται να έχουμε μία συνέχεια, όχι για μια νίκη ή έναν τίτλο σε μία χρονιά. Ο Παναθηναϊκός πρέπει να φτιάξει μία ομάδα που θέλει πρωταγωνιστεί παντού. Η ΤΣΣΚΑ έχει ίδιο προπονητή, η Ρεάλ, όπου ο Λάσο πέρασε από χίλια… κύματα, τα έχει καταφέρει. Στη Φενέρμπαχτσε, ο Ομπράντοβιτς χρειάστηκε τέσσερα χρόνια για να κάνει κάτι. Δεν είναι απλό».

Για τη θητεία του στον Ολυμπιακό:
«Υπήρχε βιασύνη τότε ναι, αλλά θα πρέπει να βλέπεις και τον αντίπαλό σου. Είχε ένα κορμό χρόνια και εμείς έπρεπε να το ανατρέψουμε. Κάναμε μία καλή προσπάθεια και κάθε χρόνο είχε πρόοδο η ομάδα. Μπήκαμε στους “8” ενώ όταν ανέλαβα κινδύνευε να αποκλειστεί στους “16”. Την επόμενη χρονιά πήγαμε Final Four και την επόμενη πήγαμε τελικό. Φυσικά δημιουργούνται αναταράξεις, αλλά η ομάδα όδευε προς την κορυφή».

Για τους Παναγιώτη και Γιώργο Αγγελόπουλο:
«Στόχος μου όταν πηγαίνω σε μία ομάδα είναι να συνεργαστώ με τους ανθρώπους και προσπαθώ να κρατώ τα θετικά. Είναι πολύ σωστοί άνθρωποι, που αγαπούν πολύ την ομάδα τους. Όταν κάποιος ολοκληρώνει τη συνεργασία, έχει το δικαίωμα να επιλέξει κάτι διαφορετικό. Ίσως θα μπορούσε να γίνει πιο νωρίς, για να δω τι θα μπορούσα να κάνω. Ο Ολυμπιακός έχει δώσει πολλά στο ελληνικό μπάσκετ. Και ο πρόεδρος του Παναθηναϊκού έχει στηρίξει το ελληνικό μπάσκετ. Θέλω, όμως, να δω να στηρίζουν τον ελληνικό κορμό τους. Το ελληνικό πρωτάθλημα δεν έχει αυτή την εξέλιξη που θα έπρεπε με τους Έλληνες. Θέλω περισσότερους Έλληνες στο πρωτάθλημα. Πρέπει να το δούμε για το μέλλον, γιατί οι ομάδες χρησιμοποιούν λιγότερους Έλληνες και αυτό θα είναι εις βάρος της Εθνικής».

Για τον καλύτερο προπονητή που έχει συνεργαστεί: «Κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικό τρόπος αντιμετώπισης των πραγμάτων. Ο Κώστας Πολίτης πίστευε πολύ και έπαιζε με τον οποιονδήποτε και σκεφτόταν μόνο το ματς. Στο μετέδιδε αυτό. Ο κόουτς Μάλκοβιτς ήταν σκληρός και μου έκανε εντύπωση που είχε σχήματα, που περίμενε από τους παίκτες να κάνουν το κάτι παραπάνω».

Για το Ευρωπαϊκό του ’96 με τον Παναθηναϊκό:
«Ήταν πολύ ωραίες στιγμές και αυτό δεν έχει αποδοθεί με το μέγεθος που θα έπρεπε. Ήταν μεγάλη προβολή για το ελληνικό μπάσκετ ο Ντομινίκ Γουίλκινς και είχε μεγάλη προσφορά. Κάτι που δεν έχει μείνει πολύ, είναι ότι οι Έλληνες παίκτες, που ήταν και νεαροί τότε, όπως οι Οικονόμου, Αλβέρτης, Σταυρακόπουλος, Μυριούνης, αλλά και οι πιο μεγάλοι, όπως Κόρφας, Παταβούκας και εγώ είχαμε ιδιαίτερη συμμετοχή στη νίκη αυτή. Έγιναν μεγάλες νίκες και δύο πολύ ωραία παιχνίδια. Το ένα με την ΤΣΣΚΑ και έναν καταπληκτικό Ντομινίκ και με την Μπαρτσελόνα φυσικά, όπου η ομάδα ήταν πολύ καλύτερη».

Για το αν θα ήθελε να παίξει στο ΝΒΑ:
«Αρκετές φορές με έχουν ρωτήσει, γιατί δεν πήγα στο ΝΒΑ. Είχα διάθεση να προσπαθήσω και πιστεύω ότι θα μπορούσα να παίξω. Είχα πάει στο καμπ. Ο κόουτς με βάζει να παίξουμε με τους ρούκι, όπου εκεί θα έβλεπαν ποιοι θα έμεναν στους Σέλτικς. Έπαιξα δυο παιχνίδια καλά και εκείνοι μου είπαν ότι ενδιαφέρονταν για μένα, αλλά ότι θα πρέπει να μείνω στις ΗΠΑ. Εκεί, χτύπησα το πόδι μου και έπρεπε να κάνω χειρουργείο. Ο γιατρός των Σέλτικς μου είπε τότε ότι δεν θα παίξω μπάσκετ ξανά. Έκανα προπονήσεις, πονούσα. Αλλά, έγινα ντραφτ και πήγα στην προετοιμασία και με είδαν έκπληκτοί! Ξεκίνησε η προετοιμασία και μετά από τρεις ημέρες, 21 άτομα ήμασταν στην προπόνηση, άρχισαν να βλέπουν ότι μπορούσα να παίξω. Έμεινα με τους επτά από τους 21. Γύρισα στην Ελλάδα και μετά πήγα πίσω. Πήγα στο βέτεραν καμπ με Μπερντ, ΜακΧέιλ… Τελευταία εβδομάδα πριν αρχίσει το πρωτάθλημα με έκοψαν και αυτό ήταν ατυχία, γιατί αν ήταν νωρίτερα θα μπορούσα να παίξω σε άλλη ομάδα. Μετά από δύο χρόνια με ζήτησαν ξανά από το ΝΒΑ, αλλά δεν μπορούσα να φύγω από τον Άρη. Όμως, δεν θα το άλλαζα αυτό που έζησα στην Ελλάδα».

Για το ποια ματς θα ήθελε να παίξει ξανά: «Ως προπονητής, με την Ισπανία τον τελικό του 2006. Το ματς με την Τρέισερ μέσα στο Μιλάνο, ως παίκτης, το 1986».

Για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο:
«Φοβερό παιδί ο Γιάννης. Είναι από τα πιο ιδιαίτερα ταλέντα του παγκοσμίου αθλητισμού και νομίζω ότι είναι μεγάλο κίνητρο και για τους Έλληνες, αλλά και οποιοδήποτε παιδί αγαπάει το μπάσκετ, σε όλο τον κόσμο».

Για το αν υπάρχει πρόβλημα στις σχέσεις με τον Γιώργο Βασιλακόπουλο: «Πιθανώς έχει πρόβλημα μαζί μου. Εγώ τι πρόβλημα να έχω; Είναι θέμα προσωπικό του. Όσον αφορά στην προσφορά του υπάρχει μία στασιμότητα διοικητικά στο μπάσκετ. Η επιτυχία δεν απορρέει μόνο από τη μεγάλη επιτυχία των παιδιών. Το ελληνικό μπάσκετ τα τελευταία 31 χρόνια πρέπει να παράγει περισσότερα παιδιά, να έχει καλύτερες εγκαταστάσεις, καλύτερη οργάνωση και να είναι αξιόπιστο διοικητικά».

Για το αν υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να τον αντικαταστήσουν:
«Όταν έφυγε ο Γκάλης, πολλοί έλεγαν ποιος θα έρθει; Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει κάτι που αν πιστεύεις ή θέλεις, ότι δεν θα γίνει. Το θέμα είναι να θέλουμε να προοδεύσουμε και να θέλουμε κάτι καλύτερο. Από την στιγμή που δεν καλυτερεύουν τα πράγματα, κάτι πρέπει να κάνουμε».

Για τον Δημήτρη Διαμαντίδη:
«Θα μπορούσε να κατέβει αύριο (21/12) και να βοηθήσει πολύ τον Παναθηναϊκό στο ματς με την Αρμάνι. Η πάσα είναι το μεγαλύτερο προσόν στο μπάσκετ. Όποιος έχει πάσα, μπορεί να παίξει ανά πάσα στιγμή. Φοβερός ο Δημήτρης».

Σχετικά άρθρα