Ο Γιώργος Παντελάκης είναι γνωστός στο χώρο του μπάσκετ εδώ και χρόνια παρά το νεαρό της ηλικίας του. Μολονότι είναι μόλις 35 ετών, έχει συμπληρώσει ήδη δεκατέσσερα χρόνια ως προπονητής, έχοντας περάσει από όλα τα στάδια (παιδικό, εφηβικό, κορασίδες, νεάνιδες) της προπονητικής.

Έγινε γνωστότερος ως βοηθός της Ελένης Καπογιάννη αρχικά στο Ελληνικό και στην συνέχεια στον Ολυμπιακό. Μετά την παραίτηση της Ελένης Καπογιάννη παρέμεινε ως βοηθός του Κώστα Μίσσα, ενώ από την αρχή της φετινής προετοιμασίας, η διοίκηση του εμπιστεύτηκε τη θέση του πρώτου προπονητή στην νταμπλούχο γυναικεία ομάδα μπάσκετ του Ολυμπιακού.

Στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε ο κόουτς στο Basketworld.net αποκαλύπτει τις ιδέες του για την ομάδα, τις προτιμήσεις του για το ρόστερ, το μπάσκετ που του αρέσει, πώς ονειρεύεται την ομάδα του και πολλά άλλα…

Πρώτη εντύπωση από την άκρη του πάγκου

-Κόουτς κάνε μας μια αποτίμηση των τριών πρώτων μηνών, που είσαι πρώτος προπονητής στην ομάδα.
«Κατ’ αρχάς, και επειδή αυτό είναι γνωστό δεν θα πω κάτι παραπάνω, για όποιον προπονητή αναλαμβάνει να είναι επικεφαλής στην ομάδα του Ολυμπιακού είναι τεράστια ευθύνη. Από εκεί και μετά, αν και είμαι τρεις μήνες πρώτος προπονητής, είχα αναλάβει την ομάδα από την προετοιμασία αφενός λόγω του φετινού μας προγραμματισμού, αφετέρου λόγω του παγκοσμίου πρωταθλήματος και του γεγονότος ότι πολλές από τις παίκτριές μας έλειπαν λόγω της συμμετοχής τους στην Εθνική ομάδα. Οπότε, έχω συμπληρώσει στην θέση αυτή πέντε μήνες. Αυτό που φέτος αλλάξαμε στην ομάδα είναι η δομή και ο τρόπος προπόνησης. Βάλαμε τις παίκτριες σε πιο δυνατές προπονήσεις. Με πολλή ένταση και πολύ τακτική ταυτόχρονα. Οι παίκτριές μου αφομοιώνουν εξαιρετικά αυτή την προπόνηση. Οπότε ως απολογισμό αυτών των πέντε πρώτων μηνών, δεδομένων των δυσκολιών στην προετοιμασία, γιατί εκεί κτίζονται οι ομάδες και εγώ δεν είχα αυτή την ευκαιρία φέτος, θα έλεγα ότι είμαι πολύ ικανοποιημένος τόσο από το αγωνιστικό πρόσωπο που έχουμε δείξει στους πρώτους δέκα αγώνες όσο και από την δουλειά που γίνεται από όλο το team».

-Είσαι προπονητής που έχει περάσει από όλα τα στάδια της προπονητικής. Δούλεψες με παιδιά, εφήβους, νέους, και ως βοηθός μέχρι να γίνεις πρώτος. Όταν ξεκίναγες στα 21 σου την προπονητική είχες ποτέ φανταστεί ότι θα ήσουν πρώτος προπονητής στον Ολυμπιακό;

«Κατ’ αρχάς θεωρώ ότι με έχει βοηθήσει πολύ η εμπειρία μου από τις ακαδημίες που έχω. Γιατί εκεί μαθαίνεις να παρατηρείς την εξέλιξη που έχουν οι παίκτες/παίκτριες και ταυτόχρονα εξελίσσεσαι και εσύ ως προπονητής. Όταν φτάνεις να είσαι πλέον επαγγελματίας προπονητής και συνεργάζεσαι με επαγγελματίες παίκτριες, έχοντας αυτές τις εμπειρίες από τις ακαδημίες, έρχονται εικόνες στο μυαλό σου και έτσι βλέπεις τι τους λείπει, πού χρειάζονται βελτίωση, το δουλεύεις μαζί τους και έτσι πάνε και αυτές ψηλότερα. Για να απαντήσω και στην ερώτηση, όταν ξεκινάει σε μικρή ηλικία ένας προπονητής δεν πρέπει να σκέφτεται να προπονήσει Α1 αντρών, γυναικών ή ομάδα της Ευρωλίγκας. Πρέπει πρώτα να αγαπήσει την προπονητική. Ν’ αγαπήσει αυτό που κάνει. Ειδικά στην αρχή, που αφιερώνεις τις περισσότερες ώρες της ημέρας σου σ’ αυτό και, μάλιστα, χωρίς να πληρώνεσαι, πρέπει να το αγαπήσεις για να το κάνεις. Έτσι κι εγώ, όταν ξεκίνησα, αγάπησα την προπονητική, «εθίστηκα» σ’ αυτήν και δεν σκέφτηκα ποτέ τότε να προπονήσω μια μεγάλη ομάδα στην Α1 αντρών ή γυναικών, πολύ δε περισσότερο μια ομάδα όπως ο Ολυμπιακός. Αυτό ήρθε στην πορεία μόνο του.
Επί τη ευκαιρία, να πω ότι πλέον με την εξειδίκευση που υπάρχει στο μπάσκετ, υπάρχουν οι προπονητές που είναι καλοί στις ακαδημίες, αυτοί που είναι καλοί στα αγωνιστικά τμήματα, πλην Α1 αντρών/γυναικών, και αυτοί που είναι καλοί στα αγωνιστικά Α1 αντρών / γυναικών. Για μένα οι δύο αυτές πρώτες ομάδες προπονητών είναι οι πιο σημαντικές ή εξ ίσου σημαντικές με τους προπονητές της Α1, γιατί αυτοί παράγουν τους παίκτες/παίκτριες που οι άλλοι θα κοουτσάρουν».

Ακαδημίες μπάσκετ. Γίνεται δουλειά ή τσάμπα πληρώνουν οι γονείς;

-Κόουτς, μου έδωσες μια ασίστ για ερώτηση. Πώς τα πάει κατά τη γνώμη σου το γυναικείο μπάσκετ σε στελέχωση στα επίπεδα των ακαδημιών;
«Γίνεται καλή δουλειά εκεί από τους προπονητές. Όμως, βλέποντας το μέλλον, υπάρχει πρόβλημα. Αυτό αφορά όλες τις ομάδες αλλά καλύτερα ας μιλήσω μόνο για την δική μου. Στην ομάδα μας έχουμε κάποια κορίτσια που λόγω ηλικίας κάποια στιγμή θα σταματήσουν. Θέλοντας να τις αντικαταστήσω με Ελληνίδες, καθώς παρακολουθώ τους αγώνες διακρίνω ελάχιστες κοπέλες που θα μπορούσαν να σταθούν σ’ αυτό το επίπεδο. Κι αυτό είναι το πρόβλημα. Στις ακαδημίες, επαναλαμβάνω, οι προπονητές δουλεύουν καλά. Όμως ένας προπονητής θα πρέπει να έχει παιδιά για να δουλέψει. Αυτό είναι το ζήτημα. Δεν πάνε πολλά κορίτσια στις ακαδημίες. Είναι καθαρά αριθμητικό το θέμα. Αν έχει ένας προπονητής αρκετά παιδιά, θα έχει καλά αποτελέσματα και θα βγάλει κάποιες αξιόλογες παίκτριες».

-Κόουτς γίνεται καλή δουλειά στις ακαδημίες; Εξαιρετικός συνάδελφός σου μου έχει πει ότι φθάνουν στην γυναικεία ομάδα κορίτσια που είναι εντελώς αγύμναστες. «Ούτε εφημερίδα δεν πηδάνε» μου είχε πει χαρακτηριστικά.
«Και έχει δίκιο που το είπε. Με τους αγώνες που παίζουμε στην Ευρώπη, πάμε ώρες νωρίτερα στο γήπεδο και τότε έχουν προπόνηση οι κορασίδες ή οι νεάνιδες της ομάδας που μας φιλοξενεί. Βλέπουμε την προπόνηση που κάνουν και δεν έχει καμία σχέση με αυτή που γίνεται εδώ. Σε ταχύτητα, σε δύναμη, σε ασκήσεις, σε τεχνική δυσκολία. Φυσικά λοιπόν υστερούν οι παίκτριές μας σε αθλητικότητα αλλά και σε τεχνικά χαρακτηριστικά. Αυτό το πρόβλημα ξεκινάει από νωρίς. Ξέρεις, είναι πολύ εύκολο για μια κοπέλα με κάποιο ταλέντο να γίνει «όνομα» στις μικρές κατηγορίες και τις Εθνικές ομάδες. Μεγαλώνοντας έχει την απαίτηση να παίξει και να έχει ρόλο και χρόνο συμμετοχής στις γυναίκες, αλλά φυσικά δεν έχει την ικανότητα γιατί δεν έχει δουλέψει καθόλου. Είναι αγύμναστη και έχει και ελλείψεις σε τεχνικά ζητήματα. Με μιάμιση ώρα προπόνηση με την ομάδα, πέντε φορές την εβδομάδα, δεν γίνεται δουλειά. Πρέπει να δουλέψει και μόνη της. Να καθίσει δύο ώρες παραπάνω στην προπόνηση να αθληθεί, να κάνει ασκήσεις στο σπίτι της. Αλλά, δυστυχώς, στην Ελλάδα χάνουμε την αθλητική μας ιδιότητα με το που ξεκινάμε τον αθλητισμό! Τα παιδιά έχουν σταματήσει να παίζουν. Τα έχουν οι γονείς τους προστατευμένα μέσα στο σπίτι και δεν αθλούνται. Ουσιαστικά τα αποτρέπουν από το να αθληθούν! Οπότε δεν μπορώ να κατηγορήσω τους προπονητές στις ακαδημίες. Αυτοί με την σειρά τους θα κριθούν από τους παράγοντες της ομάδας από τις νίκες που θα κάνουν. Κρίνονται από τα αποτελέσματα. Έτσι, ασχολούνται μ’ αυτό αν και θα έπρεπε, κατά την γνώμη μου, να επικεντρωθούν στην βελτίωση της κάθε παίκτριας, δουλεύοντας ατομικά το κάθε κορίτσι. Να πω βέβαια ότι στο εξωτερικό, οι προπονητές έχουν από τέσσερεις – πέντε βοηθούς ο καθένας, οι οποίοι δουλεύουν ατομικά με τις παίκτριες σε αθλητικότητα και τεχνική και έτσι φτάνουν «έτοιμες» για κοουτσάρισμα στον προπονητή. Είναι η διαφορά των υποδομών».

Αθλητικότητα, το ζητούμενο στο γυναικείο μπάσκετ


– Σε ρώτησα σχετικά με την αθλητικότητα για να περάσουμε στην επόμενη ερώτηση: Οι Ελληνίδες παίκτριες υστερούν σε σωματότυπους σε σχέση με τις ανατολικοευρωπαίες ή αυτές από κάποιες χώρες της δύσης όπως τη Γαλλία, τη Γερμανία κλπ. Με αυτό το μειονέκτημα, δηλαδή όταν υστερείς αθλητικά, πώς μπορείς να τις αντιμετωπίσεις;
«Θα σου απαντήσω χρησιμοποιώντας την δική μας ομάδα. Στα παιχνίδια της Ευρωλίγκα παίζουμε με ομάδες πολύ ψηλότερες και πιο αθλητικές. Για να αντιμετωπίσεις αυτά τα παιχνίδια πρέπει αρχικά να μπορείς να παίζεις σ’ έναν ρυθμό και με μια ταχύτητα υψηλή επί τριανταπέντε και πλέον λεπτά. Οι αντίπαλές μας παίζουν έτσι στην Ευρωλίγκα και έτσι ακριβώς και στο πρωτάθλημά τους. Μπορούν δηλαδή δυο παιχνίδια υψηλού ρυθμού την εβδομάδα. Εμείς ακόμα δεν είμαστε έτοιμοι για κάτι τέτοιο. Για να σταθούμε αντάξια, προσπαθούμε να παίζουμε με τέτοιο ρυθμό και σ’ αυτό έχει εστιαστεί η προπόνησή μας. Για να φέρουμε δε αποτελέσματα, που θα τα φέρουμε, πρέπει όχι απλά να παίζουμε στο 100% αλλά πολύ περισσότερο από αυτό.
Ωστόσο, ενδεικτικό της θέλησης και της προσπάθειας που κάνουμε είναι τα ριμπάουντ. Είναι ένα στατιστικό που δείχνει πολλά πράγματα. Είμαστε λοιπόν οι καλύτεροι στα επιθετικά ριμπάουντ, μολονότι δεν έχουμε τα ύψη των αντιπάλων μας. Έχουμε όμως μυαλό, μπασκετικό I.Q. και θέληση. Σε αυτά υπερτερούμε όλων των αντιπάλων μας. Θεωρώ, λοιπόν, ότι γενικά οι Ελληνίδες παίκτριες τα έχουν αυτά. Αν τους προσθέσουμε και την αθλητικότητα, τότε θα μπορέσουμε να πάμε ψηλά».


Ευρωλίγκα γυναικών: Άλλο επίπεδο…

-Τα προηγούμενα χρόνια η ομάδα έπαιξε στο Eurocup, φέτος στην Ευρωλίγκα. Από την πισίνα στον ωκεανό η μετάβαση;
«Πρόπερσι, που ήμασταν rookie στις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις πέσαμε πάνω στην ομάδα που κατέκτησε το Εurocup. Πέρυσι, πέσαμε πάνω σε μια πάρα πολύ καλή Ισπανική ομάδα. Εδώ κάναμε εξαιρετικό παιχνίδι, στην Ισπανία όμως πολύ κακό και αποκλειστήκαμε. Φέτος είπαμε ότι, αν προχωρήσουμε στο Εurocup, θέλουμε να πάμε πιο ψηλά ενώ, αν τυχόν περνούσαμε στην Ευρωλίγκα, να δούμε από κοντά και εμείς και ο κόσμος που ασχολείται με το γυναικείο μπάσκετ τι εστί Ευρωλίγκα και τι σημαίνει μπάσκετ πολύ υψηλού επιπέδου. Όταν, λοιπόν, περάσαμε την Wisla είπαμε, ανάμεσα τους και εγώ, τι ωραία θα είναι να μαζέψουμε εμπειρίες. Ομολογώ, όμως, ότι ακόμα κι εγώ δεν είχα καταλάβει το «μέγεθος» αυτών των ομάδων. Παίζοντας με αυτές τις ομάδες και βλέποντας την οργάνωσή τους, τις παίκτριες, την αντιμετώπιση του κόσμου, σκέφτηκα πόσο δίκιο είχα που είπα, όταν περάσαμε φέτος, ότι καταφέραμε κάτι πολύ σπουδαίο για το γυναικείο μπάσκετ. Αντιμετωπίζουμε παίκτριες που έπαιζαν στο WNBA, παίκτριες που δεν είχαν έρθει ποτέ στην Ελλάδα. Παίκτριες που έχουμε δει μόνο στην τηλεόραση και σε πολλές περιπτώσεις ούτε και σ’ αυτήν. Είναι ευκαιρία να τις δει ο κόσμος. Αυτό και μόνο είναι μεγάλο κέρδος για το μπάσκετ. Όπως και η παρουσία της Λευκάδας στο Eurocup φέτος. Αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στην Λευκάδα για την προσπάθειά της αυτή. Αυτά είναι κέρδη αρχικά για τις δύο ομάδες αλλά και για την Εθνική ομάδα, δεδομένου του ότι πολλές παίκτριές μου είναι στην Εθνική. Θα πάνε πιο έτοιμες, πιο «ψημένες» στα δύσκολα.
Όταν ξεκινήσαμε φέτος, πολλοί μας έλεγαν «θα τρώτε τριάντα, θα τρώτε τριάντα…». Αυτό εμάς μας πείσμωνε, και προπονούμασταν περισσότερο και πιο σκληρά. Μέχρι τώρα αυτό (το να φάμε τριάντα) δεν έχει γίνει και πιστεύω ότι δεν θα γίνει. Έχουμε μεγάλη θέληση, κυνηγάμε τις νίκες και μόλις έρθει η πρώτη μας νίκη, θα πεισμώσουμε περισσότερο και θα δείξουμε πόσο καλοί είμαστε και τι αποτελέσματα μπορούμε θα φέρουμε. Θεωρώ ότι ακόμα η ομάδα δεν έχει παίξει μέχρι αυτό που μπορεί να παίξει».

 

Ελληνικό πρωτάθλημα. Κάθε χρόνο το συζητάμε αλλά φέτος σαν κάτι ν’ άλλαξε…

 

-Πόσο θα βοηθούσε την ομάδα του Ολυμπιακού στην Ευρωλίγκα αν είχε και στο Ελληνικό πρωτάθλημα να παίξει για παράδειγμα 12–14 ντέρμπι;
«Αυτό είναι παλιά κουβέντα. Κάθε χρόνο το συζητάμε, το σκεφτόμαστε και το αναλύουμε για την ενδυνάμωση του Ελληνικού πρωταθλήματος. Φέτος, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά για το Ελληνικό πρωτάθλημα. Αυτό έχει να κάνει μάλιστα με την δική μας ομάδα. Μετά την αποχώρηση τριών πολύ σημαντικών παικτριών μας, οι άλλες ομάδες θεώρησαν ότι αποδυναμωθήκαμε και ότι θα μπορούν να μας κερδίσουν. Τα προηγούμενα χρόνια όποια ομάδα ήθελε να προφυλάξει (από τραυματισμό) ή να ξεκουράσει μια παίκτριά της, διάλεγε το μεταξύ μας παιχνίδι. Φέτος αυτό δεν ισχύει. Παίζουν εναντίον μας και θέλουν να μας κερδίσουν. Παίζουν με όλες τους τις δυνάμεις, με πολύ πάθος και θέληση. Παίρνουμε στο παιχνίδι μια διαφορά δέκα πόντων και δεν τα παρατάνε όπως παλιότερα. Συνεχίζουν να μας πιέζουν. Αυτό μας κάνει πολύ καλό. Μας πεισμώνει περισσότερο, προπονούμαστε πιο πολύ και σκληρότερα και βελτιωνόμαστε. Εγώ τα παιχνίδια του πρωταθλήματος τα θεωρώ εξίσου σημαντικά με αυτά της Ευρωλίγκας. Όχι, βέβαια, ότι είναι της ίδιας δυσκολίας για εμάς, αλλά αντικειμενικά είναι πολύ ενδιαφέροντα ματς. Από το φετινό πρωτάθλημα δεν έχω κανένα παράπονο για τον ανταγωνισμό. Οι ομάδες που χρησιμοποιούν και τις τρεις ξένες έχουν ψηλώσει σε σχέση με το παρελθόν. Δεν είναι βέβαια … Χατάϊ αλλά μας κάνει καλό να παίζουμε με όσο το δυνατόν ψηλότερες ομάδες».

 

Επί προσωπικού γούστου…

-Εσένα τι μπάσκετ σ’ αρέσει να βλέπεις και τι μπάσκετ θέλεις να παίζει η ομάδα που προπονείς;
«Είμαι λάτρης του γρήγορου μπάσκετ. Με πολλές επιθέσεις και ψηλά σκορ. Αυτό το μπάσκετ αρέσει και στον κόσμο περισσότερο. Αυτό το μπάσκετ προϋποθέτει ταλέντο και η ομάδα μου το έχει αυτό το ταλέντο, γι αυτό και παίζουμε γρήγορο μπάσκετ με σκληρές ενεργητικές άμυνες. Και στην Ευρωλίγκα τέτοιο μπάσκετ παίζουν. Παιχνίδι με 70- 75 επιθέσεις η κάθε ομάδα».

-Σου περνάει από το μυαλό να «κλέψεις» ένα παιχνίδι στην Eυρωλίγκα με σετ μπάσκετ, χαμηλό ρυθμό και σκορ χαμηλό;
«Όχι, γιατί οι ομάδες στον όμιλό μας, εκτός του ότι παίζουν γρήγορο παιχνίδι πολλών επιθέσεων, σουτάρουν με ποσοστά που είναι καλύτερα από τα αντίστοιχα της Ευρωλίγκας ανδρών! Έχουν 45% στα τρίποντα και 50% στα δίποντα, οπότε, ακόμα και να προσπαθήσεις να τις σταματήσεις, το σκορ ανεβαίνει ψηλά. Άρα δεν μου έχει περάσει από το μυαλό κάτι τέτοιο. Τώρα αν τύχει σ’ ένα παιχνίδι και μπορούμε και μας συμφέρει να το πάμε σε χαμηλό ρυθμό, καταστρέφοντας βέβαια και τον δικό μας, και να πάει σε λιγότερες επιθέσεις, ίσως μπούμε στην διαδικασία».

-Στο τέλος στης σεζόν, έχοντας πάει όλα καλά, αναλαμβάνεις τις μεταγραφές της νέας σεζόν. Τι κινήσεις λες να κάνεις τότε;
«Αυτό είναι κάτι μακροπρόθεσμο. Σου ανακοινώνει πρώτα η διοίκηση το budget και κάνεις ανάλογα τις κινήσεις σου. Εγώ πάντως είμαι πολύ ευχαριστημένος από όλες ανεξαιρέτως τις παίκτριες του ρόστερ. Αυτό που μου δείχνουν στις προπονήσεις και τους αγώνες είναι αυτό που θέλω να βλέπω από τις παίκτριες μου. Οπότε, μιλάμε για μικρολεπτομέρειες που μπορεί να προστεθούν. Πάντως είτε είμαι εγώ είτε άλλος στην θέση του προπονητή δεν πιστεύω ότι θα γίνουν αλλαγές στον κορμό του ρόστερ».

-Τι είδους παίκτριες σ’ αρέσει να έχεις στην ομάδα σου. Υποθετικά, κάνεις κάποιες μεταγραφές το καλοκαίρι, σου έρχονται προτάσεις για παίκτριες. Τι κοιτάς να έχει κάποια παίκτρια από τεχνικά ή πνευματικά- ψυχολογικά χαρακτηριστικά;
«Κοιτάω πάντα τον χαρακτήρα τους. Στην ομάδα έχουμε φέρει παίκτριες που επιλέχτηκαν βάση του μπασκετικού τους χαρακτήρα και I.Q. Η δική μου φιλοσοφία είναι «πρώτα η ομάδα και μετά ο παίκτης». Οπότε, σε περίπτωση μεταγραφής, εφόσον το ταλέντο και η αθλητικότητα είναι ο.κ., κοιτάμε τον χαρακτήρα τους».

-Πώς φαντάζεσαι τον εαυτό σου μετά από αρκετά χρόνια στον χώρο της προπονητικής;
«Δεν κοιτάω τόσο μακριά. Θεωρώ ότι φέτος κάνουμε πολύ καλή δουλειά. Ο στόχος μου είναι να βελτιώνομαι και του χρόνου να είμαι καλύτερος προπονητής. Βέβαια, πολλά πράγματα στην προπονητική είναι θέμα τύχης και συγκυριών και γι’ αυτό δουλεύω πολύ και με τέτοιο τρόπο ώστε να ελαχιστοποιήσω αυτούς τους παράγοντες».

-Ποιους προπονητές θαυμάζεις και παρακολουθείς;

«Κατ’ αρχάς θαυμάζω όλους τους Έλληνες προπονητές που δουλεύουν στο εξωτερικό. Κάνουν μια πολύ καλή δουλειά και έχουν δημιουργήσει και στο εξωτερικό την Ελληνική σχολή προπονητών. Τους αξίζουν πολλά συγχαρητήρια. Θαυμάζω τους Έλληνες προπονητές της Ευρωλίγκας: Τον Μπαρτζώκα, τον Ιτούδη, τον Σφαιρόπουλο. Έχουμε τρεΙς (!) Έλληνες προπονητές στην Ευρωλίγκα. Είναι πάρα πολύ σημαντικό. Θαυμάζω επίσης τον κόουτς Μπλατ. Είχα την τύχη το καλοκαίρι να παρακολουθήσω τις προπονήσεις του και ομολογώ ότι, μιλώντας μαζί του, μου «άνοιξε» τον τρόπο σκέψης στην μπασκετική προπονητική. Είναι πολύ σημαντικός προπονητής για το Ευρωπαϊκό μπάσκετ. Έχει φέρει στην Ευρώπη πολλά πράγματα, από τις τριγωνικές άμυνες, την επίθεση του Πρίνστον με τέσσερις παίκτες έξω – έναν μέσα και τον σέντερ να κάνει όλο το παιχνίδι, και άλλα πολλά. Τον βλέπουμε κάθε χρόνο να εξελίσσεται, να προσαρμόζεται και να παρουσιάζει κάτι καινούργιο. Επίσης, και οι τρεις Έλληνες κόουτς της Ευρωλίγκας κάθε χρόνο δείχνουν νέα πράγματα στις ομάδες τους.»

-Τι μπάσκετ παρακολουθείς στον ελεύθερό σου χρόνο;

«Σχεδόν τα πάντα. Δεν παρακολουθώ την κανονική διάρκεια του ΝΒΑ, δεν χάνω, όμως, τα play offs.Βλέπω Ευρωλίγκα, Ευρωλίγκα γυναικών. Αν μπορέσω θα δω γυναικείο ευρωπαϊκό μπάσκετ. Από κει και μετά τις Δευτέρες θα δω τοπικό πρωτάθλημα, που γίνονται καλοί αγώνες με σασπένς. Την Τρίτη, παιδικο-εφηβικά. Γενικά, και στον ελεύθερο μου χρόνο, πάλι με μπάσκετ ασχολούμαι».

-Ενόψει του νέου έτους, τι δώρο θα ζητούσες από τον πρόεδρο του Ολυμπιακού και τι από τον Άη Βασίλη για την ομάδα σου;
«Από τον πρόεδρο δεν θα ζητούσα τίποτα. Μας παρέχει ό,τι χρειαζόμαστε για να δουλέψουμε όπως θέλουμε.
Από τον Άη Βασίλη, όμως, θα ζητούσα οι παίκτριες μου να έχουν την υγεία τους και ….. να φέρει πίσω την Ρασίντ! Μια παίκτρια που έφυγε νωρίς από την ομάδα και δεν πρόλαβε να δείξει στο κοινό. Ψηλό guard, πολύ αθλητική, εξαιρετική διείσδυση, πολύ καλή αμυντικός και πάρα πολύ καλό παιδί. Εξαιρετικός χαρακτήρας. Τέτοια παίκτρια με όλα αυτά μας λείπει, δεν έχουμε. Με την Ρασίντ θα βλέπατε άλλο μπάσκετ. Έκανε πάρα πολλές δουλειές μέσα στο γήπεδο.»

Γυναικείο μπάσκετ. Πόσο ερασιτεχνικό είναι και τι θα γινόταν αν έμπαινε στο στοίχημα;


-Εργάζεσαι στο χώρο, ουσιαστικά, του ερασιτεχνικού αθλητισμού. Δηλαδή, μπορεί να είναι Α1 γυναικών αλλά στην πραγματικότητα είναι ερασιτεχνικό το επίπεδο, όσο αφορά τις αμοιβές τουλάχιστον. Πώς θα σου φαινόταν η ιδέα να έμπαινε ο ερασιτεχνικός αθλητισμός στο «ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ»;

«Η αλήθεια είναι ότι σαν φιλοσοφία και σαν κουλτούρα όλα αυτά τα χρόνια είμαι πολύ μακριά γενικότερα από τον στοιχηματισμό, τα τυχερά παιχνίδια και όλα αυτά. Φυσικά σε αυτό (το «ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ») υπάρχουν κανόνες, νόμοι και θεωρώ πως ό,τι είναι νόμιμο βοηθάει το άθλημα. Φυσικά, εάν το «ΠΑΜΕ ΣΤΟΙΧΗΜΑ» ή όποια άλλη ιδέα μπορεί να δίνει χρήματα στις ομάδες, όπως γίνεται και στον επαγγελματικό αθλητισμό, τότε πραγματικά βοηθάει. Από την στιγμή που δεν έχουν πόρους οι ομάδες, τότε πραγματικά δεν ξέρω, είναι λίγο ρίσκο.
Μπορώ να καταλάβω όσα λέγονται περί ερασιτεχνικού αθλητισμού σχετικά με τις αμοιβές. Όμως στην Ελλάδα του 2018 με την κρίση, που άνθρωποι δουλεύουν οκτάωρο σε διάφορες δουλειές και παίρνουν τα ελάχιστα ενώ οι περισσότερες παίκτριες των Ελληνικών ομάδων, όχι μόνο οι δικές μου παίκτριες, που ενδεχομένως να είναι και λίγο πιο καλοπληρωμένες, κάνοντας αυτό που τους αρέσει, το χόμπι τους, αυτό που έχουν μάθει, αμείβονται με ένα καλό μισθό για τα Ελληνικά δεδομένα, θεωρώ ότι κάθε άλλο παρά ερασιτεχνικός αθλητισμός είναι.»

-Μόνο όταν βλέπεις τις ομάδες τις Ευρωλίγκα, τότε λες, ναι, είμαστε ερασιτέχνες.
«Ναι, σίγουρα, σε σχέση με τις αμοιβές σε άλλες ομάδες μπορεί να είμαστε ερασιτέχνες, αλλά σε σχέση με την Ελληνική πραγματικότητα, θεωρώ ότι δεν υπάρχει ερασιτεχνικός αθλητισμός. Γιατί, έστω και εάν μια αθλήτρια παίρνει 500 ευρώ για μια οχτάωρη εργασία, δεν θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω ερασιτέχνη, όπως δεν θα έκανα και για κάποιον που δουλεύει κάπου αλλού και παίρνει το ίδιο ποσό, γιατί είναι επαγγελματίες, που κοπιάζουν για να πάρουν τα 500 ευρώ. Πρέπει όλα να τα βλέπουμε κοινωνικά. Είναι αυτό που λέω και στις δικές μου, ότι δηλαδή «… κάνετε αυτό που σας αρέσει 3-4 ώρες την ημέρα και παίρνετε περισσότερα χρήματα από ό,τι μπορεί να βγάζουν διευθυντές π.χ. σε τράπεζα. Είστε πάρα πολύ τυχερές». Άρα για ποιον ερασιτεχνικό αθλητισμό μιλάμε; Ένα παιδί με σπουδές και πτυχίο, που ασχολείται οκτώ ώρες την ημέρα σε δύσκολες συνθήκες μπορεί να βγάζει πολύ λιγότερα από όσα βγάζουν μπασκετμπολίστριες. Γιατί με 15-20.000 θεωρούνται καλοπληρωμένοι ενήλικες επαγγελματίες για τα Ελληνικά δεδομένα και, επιπλέον, είναι και στην ώρα τους οι αμοιβές και τα έχουν όλα λυμένα, ειδικά με εμένα φέτος που τις προσέχω και ό,τι χρειασθούν τα κορίτσια, το έχουν από εμένα, αφού έχω επενδύσει και ένα μέρος του budget σε αυτό. Άρα, μόνο ερασιτέχνες δεν μπορώ να τις πω παρά μόνο κανονικές επαγγελματίες. Δεν παίρνουν βέβαια και τα λεφτά του Σπανούλη, αλλά ζούνε καλά, τους έχουμε διατροφολόγους κ.λ.π.»

-Είναι δηλαδή πολύ οργανωμένος ο Ολυμπιακός ως σωματείο;

«Είναι. Και φέτος ακόμα περισσότερο, αφού τα κορίτσια κάνουν εξετάσεις αίματος κάθε μήνα, έχουμε διατροφολόγους, πολύ καλούς γυμναστές, φυσιοθεραπευτές, γιατρούς. Πάντα, κάθε μέρα ό,τι χρειασθούν. Στην προπόνηση έχουν τα πάντα, να φάνε, ηλεκτρολύτες, τα πάντα είναι λυμένα. Δεν έχουν, δηλαδή, μπουκαλάκια νερό να πάνε να τα γεμίζουν από τη βρύση. Έχουν μεταλλικά νερά, ηλεκτρολύτες, μπανάνες, σταφίδες, μπάρες, ό,τι χρειασθούν. Και αυτά όλα είναι budget, δηλαδή άμα τα βάλεις όλα στο σύνολο της χρονιάς, μπορεί να αντιστοιχούν σε μια παίκτρια. Άρα προτιμάς να έχεις μια παίκτρια παραπάνω ή να έχεις ιδανικότερες συνθήκες για τις παίκτριές σου; Και εάν μου έκανες αυτήν την ερώτηση, εγώ πάντα θα έκανα αυτό, θα επέλεγα ιδανικότερες συνθήκες για τις παίκτριές μου, παρά περισσότερες παίκτριες».

-Σκέπτεσαι ποτέ τον εαυτό σου, μάλλον σαν ευχή, να ήσουν στο τιμόνι της Εθνικής;
«Σαν ευχή ναι. Για όποιον άνθρωπο ασχολείται με την Εθνική ομάδα είτε σαν παράγοντας είτε σαν παίκτης είτε σαν προπονητής, βοηθός ή σαν οτιδήποτε είναι μέγιστη τιμή. Άρα θεωρώ ότι δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος αυτή την στιγμή, Έλληνας προπονητής, που θέλει να κάνει καριέρα, θέλει να προχωρήσει, και εάν του γίνει μια τέτοια πρόταση θα την απορρίψει.»

-Και ως προπονητής, εάν στο μέλλον σου γίνει πρόταση από ομάδα του εξωτερικού, θα το σκεφτείς ή θα πας με κλειστά μάτια και πού θα προτιμούσες, εάν ήταν στο χέρι σου, να δούλευες, σε ποια χώρα ή σε ποιες χώρες;
«Με κλειστά μάτια δεν θα πήγαινα γιατί ο Ολυμπιακός αυτή τη στιγμή μου δίνει τις ιδανικές συνθήκες για να μπορέσω να κάνω την δουλειά μου. Το εξωτερικό, γενικότερα, είναι κάτι που οι περισσότεροι Έλληνες προπονητές σκέπτονται γιατί βρίσκουν εκεί ιδανικές συνθήκες για να μπορέσουν να ασχοληθούν μόνο με αυτό το πράμα. Σίγουρα, εάν πήγαινα στο εξωτερικό να δουλέψω θα ήθελα να δουλέψω στην Ευρώπη. Από εκεί και πέρα δεν είναι στο μυαλό μου κάποιο συγκεκριμένο πρωτάθλημα, αλλά γενικότερα μια καλή περίπτωση, με καλές συνθήκες, για να μπορεί να δουλέψει κάποιος σαν επαγγελματίας, με budget κ.λ.π.».

Ο Γιώργος Παντελάκης, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι ένας αναμφισβήτητα πάρα πολλά υποσχόμενος προπονητής. Έχει περάσει απ’ όλα τα τμήματα υποδομής. Έχει διατελέσει πρώτος προπονητής στο αντρικό της Προοδευτικής. Έχει το δικό του μπασκετικό πρόγραμμα, το οποίο ως εκ του αποτελέσματος είναι αποδοτικό. Είναι ο προπονητής της κορυφαίας τα τελευταία χρόνια γυναικείας ομάδας μπάσκετ στην Ελλάδα, την οποία έχει να πρωταγωνιστεί χωρίς αντίπαλο στο Πρωτάθλημα και να συλλέγει εμπειρίες, στεκόμενη αξιοπρεπέστατα στο πιο δύσκολο, μετά το WNBA, πρωτάθλημα του κόσμου. Την Euroleague γυναικών! Και όλα αυτά με μειωμένο το budget και με νέα κατά το ήμισυ ομάδα! Ε, τι άλλο πρέπει να κάνει για ν’ αποδείξει την αξία του;

Σχετικά άρθρα