Θεωρητικά, ακούγοντας τον όρο «Dream Team», τα πρώτα ονόματα που έρχονται ασυναίσθητα στο μυαλό όλων είναι αυτά του Τζόρνταν, του Μάτζικ, του Μπερντ και των υπόλοιπων υπερ-αστέρων της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ, που το 1992 κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης.

Ωστόσο, από εκείνη τη χρυσή φουρνιά του αμερικάνικου μπάσκετ πολλά πράγματα έχουν αλλάξει μέχρι και τα επόμενα 20 χρόνια. Από τους παίκτες και τους προπονητές μέχρι τους αντιπάλους και το δέος που (δεν) αισθάνονται πλέον οι τελευταίοι, όποτε αντικρίζουν τη φανέλα με την αστερόεσσα. Γιατί άραγε;

Τα πάντα άρχισαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1988, όταν οι Αμερικάνοι παρέταξαν στα γήπεδα της Σεούλ μια ομάδα μπάσκετ από κολεγιόπαιδα (μεταξύ αυτών οι μετέπειτα σταρ του ΝΒΑ, Ντέιβιντ Ρόμπινσον, Μιτς Ρίτσμοντ, Ντάνι Μάνινγκ), που με όπλο το πλούσιο ταλέντο τους προορίζονταν να επαναλάβουν το επίτευγμα του Μάικλ Τζόρνταν και της παρέας του πριν από τέσσερα χρόνια στο Λος Άντζελες και να κατακτήσουν το χρυσό μετάλλιο στη μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση του πλανήτη.

Φευ, αυτό δε συνέβη ποτέ. Ο σκόπελος του Άρβιντας Σαμπόνις και της Σοβιετικής Ένωσης, αποδείχτηκε αξεπέραστος στον ημιτελικό για τους πολυτάλαντους πλην όμως άπειρους παίκτες του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος της Αμερικής, οι οποίοι υποκλίθηκαν στις διαθέσεις της «ρώσικης αρκούδας».

Η ντροπή της ήττας (82-76) από την «αιώνια» εχθρό ήταν μεγάλη και οι ιθύνοντες της αμερικάνικης ομοσπονδίας όφειλαν να βρουν πάση θυσία μια λύση.

Αφού εξέτασαν, λοιπόν, την όλη κατάσταση ενδελεχώς, κατέληξαν σε μια απόφαση που έμελλε να αλλάξει τον ρου της ιστορίας στον παγκόσμιο χάρτη του μπάσκετ: εφεξής το αντιπροσωπευτικό τους συγκρότημα θα στελεχωνόταν όχι με παίκτες του κολεγίου, αλλά με σταρ του NBA. Αρχής γενομένης από την επόμενη ακριβώς Ολυμπιάδα, το 1992.

Και εγένετο Dream Team!

Μάικλ Τζόρνταν, Μάτζικ Τζόνσον, Λάρι Μπερντ, Τσαρλς Μπάρκλεϊ, Καρλ Μαλόουν, Τζον Στόκτον, Πάτρικ Γιούιν, Ντέιβιντ Ρόμπινσον, Κλάιντ Ντρέξλερ, Κρις Μάλιν, Σκότι Πίπεν, Κρίστιαν Λέτνερ. Αυτό ήταν το ρόστερ που, υπό τις οδηγίες του δις πρωταθλητή με τους Πίστονς, Τσακ Ντέιλι, θα αναλάμβανε να αποκαταστήσει την τάξη και την τιμή του αμερικάνικου μπάσκετ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992. Ένα ρόστερ γεμάτο σούπερ σταρ και πρωταθλητές του NBA. Μια Ομάδα Όνειρο (Dream Team) κυριολεκτικά, όπως θα τη βάφτιζαν οι ανά τον κόσμο ρεπόρτερ…

Όπως είναι λογικό, στη Βαρκελώνη όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω στους υπέρτατους αρτίστες του αθλήματος, των οποίων κάθε εμφάνιση, εντός κι εκτός γηπέδου, ηλέκτριζε τα πλήθη σε βαθμό που μόνο οι Beatles θα μπορούσαν να διανοηθούν. Φυσικά, ούτε λόγος να γίνεται για τα αποτελέσματα των αγώνων που έδωσαν. Η λέξη ήττα ήταν άγνωστη και το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα των ΗΠΑ κατέλαβε την πρώτη θέση στο βάθρο, έχοντας να επιδείξει μόνο νίκες και μάλιστα με την αστρονομική διαφορά των 44 πόντων ανά παιχνίδι! Ακόμα περισσότερο, ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός όλων των αντίπαλων παικτών που αντίκριζαν αυτά τα «ιερά τέρατα» του NBA δίπλα τους, που δεν έχαναν την ευκαιρία είτε να φωτογραφηθούν μαζί τους, είτε να τους ζητήσουν αυτόγραφο. Στο τέλος, όλοι ήταν ικανοποιημένοι. Από τους παίκτες και τους αντιπάλους, μέχρι τους διοργανωτές των Ολυμπιακών Αγώνων και τους προπονητές.

Μια (προφητική) δήλωση, όμως, του προπονητή αυτής της υπερομάδας, Τσακ Ντέιλι, μετά το νικηφόρο τελικό κόντρα στην Κροατία (με το εμφατικό 117-85) θα έδινε το στίγμα όχι της επόμενης ημέρας, αλλά του επόμενου… αιώνα: «Γνώριζαν (οι αντίπαλοι) ότι έπαιζαν ενάντια στους καλύτερους του κόσμου και θα έχουν να το θυμούνται για ολόκληρη τη ζωή τους… Ωστόσο κάποτε θα φτάσει αναπόφευκτα η μέρα που θα μπορούν να μας ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις».

Όμως, η ημέρα αυτή που μνημόνευσε ο Τσακ Ντέιλι θα καθυστερούσε για πολύ ακόμα… Βλέπετε, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Τορόντο που ακολούθησε δυο χρόνια αργότερα, οι Αμερικάνοι έστειλαν στη διοργάνωση τους καλύτερους παίκτες τους (Σακίλ Ο’Νιλ, Ρέτζι Μίλερ, Σον Κεμπ, Λάρι Τζόνσον, Ντόμινικ Ουίλκινς, Κέβιν Τζόνσον, Μαρκ Πράις, Αλόνζο Μούρνινγκ, Ντέρικ Κόλεμαν, Τζο Ντούμαρς, Νταν Μάερλι, Στιβ Σμιθ) και κατέκτησαν αήττητοι και με άνεση ξανά την πρώτη θέση. Ακολούθως, το ίδιο σενάριο επαναλήφθηκε και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1996, όπου οι ΗΠΑ παρέταξαν μια ομάδα «μίγμα» της πρώτης (Ντέιβιντ Ρόμπινσον, Τζον Στόκτον, Σκότι Πίπεν, Τσαρλς Μπάρκλεϊ, Καρλ Μαλόουν) και της δεύτερης (Σακίλ Ο’Νιλ, Ρέτζι Μίλερ) Dream Team, με ορισμένες νέες προσθήκες (Χακίμ Ολάζουγιον, Ανφέρνι Χάρνταγουεϊ, Γκάρι Πέιτον, Γκραντ Χιλ και Μιτς Ρίτμοντ) και πήραν το χρυσό μετάλλιο, έχοντας διαφορά 32.3 πόντων από τους αντιπάλους τους σε κάθε ματς!

Το πρώτο «μήνυμα» και το παραλίγο… χαστούκι

Με την απαρχή της νέας χιλιετίας, το πρώτο προειδοποιητικό «τρομοκρατικό» χτύπημα κόντεψε να σμπαραλιάσει το στάτους των Αμερικάνων σταρ του NBA.

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ έκανε την εμφάνισή της μια ομάδα που -θεωρητικά τουλάχιστον- αποτελούνταν από την αφρόκρεμα του αμερικάνικου μπάσκετ, όπως αυτή αποτυπωνόταν στα πρόσωπα των Βινς Κάρτερ, Κέβιν Γκαρνέτ, Τζέισον Κιντ, Ρέι Άλεν, Αλόνζο Μούρνινγκ, Γκάρι Πέιτον, Τιμ Χάρνταγεϊ, Άλαν Χιούστον, Αντόνιο ΜακΝτάις, Βιν Μπέικερ, Στιβ Σμιθ και Σαρίφ Αμπντούρ Ραχίμ.

Ωστόσο, παρά την πληθώρα τόσων σταρ στο ρόστερ της, το σύνολο του Ρούντι Τομζάνοβιτς δεν εντυπωσίασε με την απόδοσή του και κινδύνεψε μάλιστα να πέσει θύμα της μεγαλύτερης έκπληξης στην ιστορία των Dream Team, όταν στον ημιτελικό με τη Λιθουανία κέρδισε με σκορ 85-83, κι ενώ με τη λήξη ο Σαρούνας Γιασικεβίτσιους αστόχησε στο τρίποντο που θα έδινε στη χώρα του τη νίκη!

Εκτός αυτού, οι βεντετισμοί κάποιων παικτών των ΗΠΑ και ειδικά του Βινς Κάρτερ (ο οποίος συμπεριφερόταν σαν κακομαθημένο σνομπ σχολιαρόπαιδο), αποτέλεσαν δείγμα πως απ’ τη φιλοσοφία των νέων αστεριών του NBA απουσίαζε κάθε ίχνος σεβασμού προς τον αντίπαλο, γεγονός που λίγο έλειψε να το πληρώσουν. Όχι ότι θα καθυστερούσαν για πολύ ακόμα βέβαια…

Εφιάλτες κατά κύματα

Το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 2002, ήταν αυτό που θα σηματοδοτούσε μια νέα εποχή πραγμάτων. Μια εποχή κοινώς, που την είχε προφητέψει μια δεκαετία πρωτύτερα ο Τσακ Ντέιλι και η οποία θα αναιρούσε μια για πάντα τον όρο «Dream Team». Στην Ιντιανάπολις, λοιπόν, οι ΗΠΑ παρουσίασαν ένα συνονθύλευμα που δε θύμιζε ούτε κατά διάνοια την πρώτη και αυθεντική Ομάδα Όνειρο, αφού οι παίκτες που επιλέχθηκαν, με εξαίρεση δυο τρεις περιπτώσεις, ήταν «δευτεράντζες» και σε καμία περίπτωση σούπερ σταρ του NBA.

USA Basketball: Remembering The Death Of A Dream In AthensΌχι βέβαια ότι μπασκετμπολίστες όπως οι Πολ Πιρς, Ρέτζι Μίλερ, Ζερμέιν Ο’Νιλ, Έλτον Μπραντ, Μπαρόν Ντέιβις, Μάικλ Φίνλεϊ και Μπεν Ουάλας ήταν κακοί. Απλώς, αφενός δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει το αμερικάνικο μπάσκετ, αφετέρου τους έλειπε η χημεία.

Κάτι που αποδείχτηκε περίτρανα στις 4 Σεπτεμβρίου του 2002, όταν η μεγάλη Αργεντινή του Τζινόμπιλι, του Νοτσιόνι, του Σκόλα, του Ομπέρτο και του Σάντσεθ, πέτυχε αυτό που μέχρι τότε θεωρούνταν αδιανόητο: κέρδισε με σκορ 87-80 τις ΗΠΑ, σηματοδοτώντας τον οριστικό «θάνατο» της Dream Team. Αυτή ήταν και η πρώτη ήττα σε 59 αγώνες που υπέστησαν οι Αμερικάνοι, από τότε που άρχισαν να στελεχώνουν την ομάδα τους με παίκτες του NBA, ωστόσο δε θα ήταν και η μοναδική. Την επόμενη μέρα κιόλας η Γιουγκοσλαβία ταπείνωσε τους πολυδιαφημισμένους NBAers μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, αποκλείοντάς τους στον προημιτελικό με σκορ 81-78 για να έρθει στο καπάκι η Ισπανία και να ολοκληρώσει την εικόνα της… ντροπής για την ομάδα του Τζορτζ Καρλ, νικώντας της και στέλνοντάς την έτσι στην έκτη θέση, τη χειρότερη στην ιστορία της χώρας. Αξιοσημείωτη δε, υπήρξε η χαιρέκακη δήλωση που έκανε, λίγες ώρες ύστερα από το μεταξύ τους αγώνα, ο Βλάντε Ντίβατς, ο οποίος δε δίστασε να παραδεχτεί ότι «τους λυπάμαι τους Αμερικάνους». Δε θα ήταν ούτε ο πρώτος, ούτε βέβαια ο τελευταίος…

Υπνοβάτες κατά βούληση

Δυστυχώς για το γόητρο του NBA, το πάθημα του 2002 δεν έγινε μάθημα στους ιθύνοντες της κορυφαίας λίγκας μπάσκετ του πλανήτη. Τουναντίον, οι Αμερικάνοι εξακολούθησαν να πορεύονται δίχως αγωνιστικό πλάνο, με αποτέλεσμα οι σφαλιάρες όχι απλώς να μη σταματούν, αλλά να γίνονται όλο και πιο βροντερές!

Απόδειξη, οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004, στους οποίους οι ΗΠΑ ήρθαν στην Αθήνα με σκοπό να ανακτήσουν το γόητρό τους και αντ’ αυτού αποχώρησαν με το ηθικό πιο στραπατσαρισμένο από ποτέ! Τι και αν είχαν δυο σούπερ ηγέτες στα πρόσωπα των Τιμ Ντάνκαν και Άλεν Άιβερσον;

The Miseducation of the 2004 U.S. Men's Olympic Basketball Team | Bleacher Report | Latest News, Videos and HighlightsΤι και αν διέθεταν τη νουβέλ βαγκ του αμερικάνικου μπάσκετ στα πρόσωπα των Λεμπρόν Τζέιμς, Ντουέιν Ουέιντ και Καρμέλο Άντονι; Τι και αν είχαν ποιοτικούς παίκτες όπως οι Σον Μάριον, Αμάρε Στούντεμαϊρ και Κάρλος Μπούζερ; Η έλλειψη περιφερειακών σουτέρ και ικανών αμυντικών αποδείχτηκαν απροσπέλαστα εμπόδια, κάτι που φάνηκε με το «καλημέρα» κιόλας όταν η κατ’ ευφημισμόν Dream Team υπέστη την πιο βαριά ήττα στην ιστορία της, χάνοντας στην πρεμιέρα από το Πουέρτο Ρίκο με σκορ 92-73.

Λίγο αργότερα ακολούθησε και δεύτερο χαστούκι, αυτή τη φορά με θύτη τη Λιθουανία, που με ηγέτη τον Γιασικεβίτσιους (28 πόντοι) υποχρέωσε τους NBAers στη δεύτερη ήττα τους με 94-90. Και στα ημιτελικά, το κακό… τρίτωσε, καθώς η Αργεντινή, με ηγέτη τον εκπληκτικό Μανού Τζινόμπιλι (29 πόντοι), τους έστειλε απευθείας στο μικρό τελικό, νικώντας τους στον ημιτελικό με σκορ 89-81. Το καμπανάκι του κινδύνου πλέον είχε μετατραπεί σε… καμπάνα και η εθνική ομάδα των ΗΠΑ ήταν υποχρεωμένη να βρει τρόπο, προκειμένου να επανέλθει στην κορυφή και να αναστήσει έτσι το (βαρύ) όνομα της Dream Team.

Οι ομάδες δε χτίζονται με «τούβλα»

Ύστερα από τις διαδοχικές αποτυχίες των δυο τελευταίων Dream Team, όλοι βρέθηκαν προ των ευθυνών τους. Προπονητές, παράγοντες και κυρίως παίκτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν, άλλωστε, που έδιναν και το κακό παράδειγμα, αποφεύγοντας να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα τους, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τους Τρέισι Μαγκρέιντι, Κόμπι Μπράιαντ, Κέβιν Γκαρνέτ και Σακίλ Ο’Νιλ, που πεισματικά απέφευγαν τη φανέλα με την αστερόεσσα. Γι’ αυτό το λόγο, θεσπίστηκε πρόγραμμα. Οι ΗΠΑ, εφόσον επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην κορυφή, όφειλαν να φτιάξουν ένα βασικό «κορμό», ώστε να εξασφαλίσουν έτσι την ομοιογένεια που απουσίαζε από αυτούς και την οποία είχαν άφθονη οι υπόλοιπες υπερδυνάμεις.

Έχοντας αυτό κατά νου, λοιπόν, η ομοσπονδία μπάσκετ της Αμερικής παρέδωσε τα ηνία της Team USA στον ιδιοκτήτη των Φίνιξ Σανς, Τζέρι Κολάντζελο, τον οποίο και έχρισε υπεύθυνο για τις επιλογές των παικτών και του προπονητικού επιτελείου. Ο στόχος ήταν ο εξής απλός: να δημιουργηθεί μια ομάδα που θα αξιοποιούνταν τόσο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 2006, όσο και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008. Προπονητής της ομάδας θα ήταν ο Μάικ Σιζέφσκι και οι μπασκετμπολίστες που θα τη στελέχωναν θ’ αποτελούσαν ένα κράμα εμπειρίας και νεανικού ενθουσιασμού, επιθετικού ταλέντου και αμυντικής διάθεσης, ικανών ψηλών και αξιόπιστων περιφερειακών, δυναμικών σκόρερ και σταθερών σουτέρ. Αυτό, άλλωστε, αποδείχτηκε και από τον καταρτισμό της δωδεκάδας που συμμετείχε στο Μουντομπάσκετ της Ιαπωνίας, όπου πέρα από τους All Stars με την έφεση στο one man show (Λεμπρόν, Ουέιντ, Καρμέλο, Χάουαρντ, Μπος, Πολ), υπήρχαν και ρολίστες για την άμυνα και το περιφερειακό σουτ (Χάινριχ, Τζόνσον, Μπατίερ). Φαινομενικά, αυτή ήταν η πιο έτοιμη και δουλεμένη αμερικάνικη ομάδα που εμφανίστηκε ποτέ, γεγονός που επαληθεύτηκε στην πράξη καθώς μέχρι τα ημιτελικά είχε ξεπαστρέψει κάθε αντίπαλο που βρέθηκε στο διάβα της, έχοντας 25 πόντους διαφορά ανά αγώνα.

Κάπου εκεί όμως το όνειρο έσβησε ξανά, για να ξυπνήσει ένας ελληνικός εφιάλτης πιο τρομακτικός ακόμα και απ’ αυτόν των… Θερμοπυλών! Σ’ ένα συγκλονιστικό ματς, όπου ο Σπανούλης σκόραρε κατά βούληση, ο Παπαλουκάς μοίραζε ασίστ με τη σέσουλα, ο Σχορτσιανίτης έκανε πάρτι στη ρακέτα και ο Γιαννάκης πραγματοποιούσε ρουά ματ από τον πάγκο, η Team USA υποκλίθηκε μπροστά στο ψυχωμένο σύνολο της «επίσημης αγαπημένης», Εθνικής Ελλάδος, και με σκορ 101-95 αποκλείσθηκε από τον τελικό. Τι και αν κέρδισαν τον κακό τους δαίμονα (βλ. Αργεντινή) στο μικρό τελικό, κατακτώντας το χάλκινο μετάλλιο; Η κορυφή φάνταζε πλέον σαν απαγορευμένος καρπός. Και το ερώτημα που προέκυπτε τη δεδομένη χρονική στιγμή φάνταζε αναπόφευκτο: αφού δεν μπορούν να κατακτήσουν και με αυτόν τον τρόπο την πρώτη θέση, τότε πώς θα το καταφέρουν;

Ψυχραιμία, μεθοδικότητα και… Κόμπι

Για πρώτη φορά μέσα στην τελευταία πενταετία, μια αποτυχία του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος των ΗΠΑ δεν επέφερε δραματικές αλλαγές. Εξάλλου, είπαμε, το πλάνο που θεσπίστηκε αμέσως μετά στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, δε σήκωνε απεγνωσμένες αλλαγές, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Τοιουτοτρόπως, η εθνική ομάδα της Αμερικής ταξίδεψε στο Πεκίνο είχε στη σύνθεσή της τον ίδιο προπονητή (Σιζέφσκι), 6 παίκτες από την ομάδα του 2006 (Τζέιμς, Άντονι, Ουέιντ, Χάουαρντ, Μπος, Πολ), με κάποιες μικρές «διορθωτικές» πλην όμως ουσιαστικές αλλαγές (Κιντ αντί Χάινριχ, Μπούζερ αντί Μπραντ, Ρεντ αντί Μπατίερ). Όσο για το όνομα που έκανετη διαφορά, αυτό δεν είναι άλλο απ’ τον Κόμπι Μπράιαντ. Ο κατά γενική ομολογία καλύτερος μπασκετμπολίστας στον πλανήτη εκείνης της χρονιάς (2008), ήταν ο άνθρωπος πάνω στον οποίο πόνταρε τα πάντα η τότε Dream Team, απαιτώντας από εκείνον να αναλάβει καθήκοντα ηγέτη. Σε μιαν άλλη εποχή, κάτι τέτοιο ίσως και να φάνταζε αστείο για το στάτους του αμερικάνικου μπάσκετ. Ωστόσο, με τα τότε δεδομένα αν μη τι άλλο είχε καταστεί σαφές πως το περίφημο χάσμα ανάμεσα στους παίκτες του ευρωπαϊκού και του αμερικάνικου μπάσκετ, δεν υφίσταται πλέον. Όπερ μεθερμηνευόμενον, για να κερδίσουν οι Αμερικάνοι χρειάζονταν τον καλύτερο στον κόσμο. Και δικαιώθηκαν!

Σχετικά άρθρα