Από την πρώτη στιγμή που «πάτησε» τα παρκέ του NBA, ο ΛεΜπρόν Τζέιμς φαινόταν πως ήταν ξεχωριστός. Η σωματοδομή του ήταν απίστευτη (στο Λύκειο δούλεψε πάρα πολύ με βάρη και αλτήρες) ενώ το ταλέντο του σε άμυνα και επίθεση ήταν πραγματικά αστείρευτο.

Το κυριότερο όμως στοιχείο ήταν πως δεν ένιωθε άγχος. Αυτό φάνηκε και στο ντεμπούτο του απέναντι στους Σακραμέντο Κινγκς το 2003. Τα νούμερα προκαλούν δέος: 25 πόντοι, 9 ασίστ, 6 ριμπάουντ, 4 κλεψίματα και μόλις 2 λάθη. Ολοκλήρωσε τη σεζόν με 20.9 πόντους, 5.9 ασίστ και 5.5 ριμπάουντ και αναδείχθηκε ρούκι της χρονιάς.

Για να καταλάβει κάποιος το κατόρθωμά του, αρκεί να αναλογιστεί πως ο Κόμπι Μπράιαντ -το αντίπαλο δέος του Λεμπρόν- είχε σε μέσους όρους κατά την πρώτη του χρονιά στο κορυφαίο πρωτάθλημα 7.6 πόντους, 1.9 ριμπάουντ και 1.3 ασίστ, έχοντας μπει στο NBA απευθείας από το Λύκειο, όπως ακριβώς και ο πόιντ φόργουορντ από το Οχάιο.

Παρ’ όλα αυτά, ο ΛεΜπρόν δεν κατόρθωσε να βοηθήσει την ομάδα του να προκριθεί στα playoffs. Το ίδιο συνέβη και την επόμενη χρονιά, αν και βελτίωσε ακόμα περισσότερο τα νούμερα του (27.2 πόντοι, 7.4 ριμπάουντ, 7.2 ασίστ). Μολαταύτα, ήταν ηλίου φαεινότερον πως είχε μετατραπεί στον πραγματικό ηγέτη των Καβαλίερς.

Από την αγωνιστική περίοδο 2005-2006 όλα αυτά θα άλλαζαν. Ο εργασιομανής -στα όρια της παράνοιας- ΛεΜπρόν ξέχωρα από το γεγονός ότι εκτόξευσε το μέσο όρο του στην επίθεση (31.4π), βοήθησε την ομάδα της ιδιαίτερης πατρίδας του να προκριθεί στα πλέι οφ για πρώτη φορά μετά το 1998, όταν και αποκλείστηκαν στον πρώτο γύρο από τους Ιντιάνα Πέισερς, του μεγάλου Ρέτζι Μίλερ, με 3-1.

Ο Τζέιμς μέτρησε 30.8 πόντους, 8.1 ριμπάουντ και 5.8 ασίστ, αλλά αυτό δεν στάθηκε αρκετό για να βοηθήσει τους «Ιππότες» να προκριθούν στους τελικούς της ανατολικής περιφέρειας, καθώς αποκλείστηκαν από τους Ντιτρόιτ Πίστονς (3-4 στις νίκες).

Παρ’ όλα αυτά, ήταν ευδιάκριτο πως σε ατομικό επίπεδο βρισκόταν έτη φωτός μακριά από οποιονδήποτε αντίπαλό του. Αυτό αποδείχθηκε την επόμενη σεζόν (2006-2007), όταν και οδήγησε τους Καβαλίερς για πρώτη φορά στην ιστορία τους, στους Τελικούς του NBA. Αξιομνημόνευτη θα μείνει σε όλους η εμφάνισή του στο πέμπτο παιχνίδι των τελικών της ανατολικής περιφέρειας κόντρα στους Ντιτρόιτ Πίστονς, όταν και σκόραρε 48 πόντους, μάζεψε 9 ριμπάουντ και μοίρασε 7 ασίστ.

Οι αναμετρήσεις όμως απέναντι στους Σπερς στους τελικούς του πρωταθλήματος ήταν ένα διαφορετικό κεφάλαιο στην περιπέτεια του χαρισματικού φόργουορντ να αναρριχηθεί στην κορυφή του κόσμου. Οι «Ήλιοι» σκούπισαν τον ίδιο και την παρέα του με 4-0 (η απόδοσή του δεν κυμάνθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα), δίνοντάς του ένα πολύ γερό μάθημα.

Από εκεί και έπειτα, με μοναδικές εξαιρέσεις την ανάδειξή του σε πρώτο σκόρερ της αγωνιστικής περιόδου 2007-2008 (30 πόντοι μ.ο) και τις απίστευτες εμφανίσεις του στα πλέι οφ του 2009 (35.3 πόντοι), όταν οι Καβαλίερς αποκλείστηκαν με 4-2 από τους Ορλάντο Μάτζικ, ο ΛεΜπρόν δεν έδειχνε να βελτιώνεται και στα κρίσιμα παιχνίδια ήταν σκιά του απίστευτου εαυτού του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο εύκολος -όπως εξελίχθηκε η σειρά- αποκλεισμός το 2010 από τους Μπόστον Σέλτικς στους ημιτελικούς της ανατολικής περιφέρειας, με τον ΛεΜπρόν να μη θυμίζει σε τίποτα τον κυρίαρχο παίκτη που θαύμαζε όλος ο φίλαθλος κόσμος.

Αυτό το στραπάτσο έδωσε την ευκαιρία στους εχθρούς του να «γιορτάσουν». Βλέπετε, η σύγκριση με τον Τζόρνταν από τα σχολικά του χρόνια, είχαν μετατρέψει τον ΛεΜπρόν στον παίκτη που όλοι λατρεύουν να μισούν. Και αυτό το μίσος θα γινόταν ακόμη μεγαλύτερο το καλοκαίρι του 2010.

Στο επόμενο: The Decision (Η Απόφαση)

Σχετικά άρθρα