ΠΑΟΚ, Μπαρτσελόνα, Σίξερς, Ούλκερ, Σιένα, είναι κάποιες μόνο από τις ομάδες όπου έπαιξε ο Ευθύμης Ρεντζιάς. Παρότι αγωνιζόταν πάντα σε υψηλό επίπεδο δεν κατάφερε να διαγράψει την πορεία που όλοι –και πάνω απ’ όλα ο ίδιος- περίμεναν. Σε ηλικία μόλις 30 ετών (το 2006) ο «Ρέτζι», όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν στην Ισπανία χάριν συντομίας, κρέμασε τα παπούτσια του, όντας καταβεβλημένος σωματικά από τους αλλεπάλληλους τραυματισμούς.

Φυσικά, η θητεία του στον ΠΑΟΚ, είναι αυτή που έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη των περισσοτέρων. Ο Δικέφαλςο του Βορρά τον είχε βάλει στο στόχαστρο αρκετό καιρό πριν πριν τελικά καταφέρει το 1992 να τον εντάξει στο ρόστερ του με περιπετειώδη τρόπο και αφού αναγκάστηκε να καταβάλει το ποσό-ρεκόρ τότε των 300 εκατομμυρίων δραχμών!

«Καμία φορά μου φαίνεται ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Όταν ήμουν στον Δαναό (Τρικάλων), δεν μπορούσα ούτε να φανταστώ ότι θα παίξω κάποτε στον ΠΑΟΚ. Την περίοδο 1992-93 πήγα στην Θεσσαλονίκη. Το να πας από ομάδα Γ εθνικής στον ΠΑΟΚ ήταν ένα όνειρο ζωής.

Τότε η ομάδα μου στο μπάσκετ ήταν ο ΠΑΟΚ. Ήταν η τρέλα μου. Το να πάω στην ομάδα που θέλω με τις συνθήκες που έγινε ήταν ό,τι καλύτερο. Άλλαξε η ζωή μου τελείως μέσα σε μια μέρα. Έτσι ξαφνικά από παίκτης ομάδας Γ εθνικής και μαθητής Λυκείου έγινα επαγγελματίας καλαθοσφαιριστής του ΠΑΟΚ. Και λίγο αργότερα ήρθε το προσκλητήριο της εθνικής ανδρών κάτι που ήταν απίστευτο» έχει πει ο ίδιος.

Στον ΠΑΟΚ λατρεύει και λατρεύεται από τον κόσμο. Το 1994 κατακτά με τον ΠΑΟΚ το Κύπελλο Κόρατς και ένα χρόνο αργότερα το Κύπελλο Ελλάδος. Και το 1997 ενώ η διοίκηση τον περιμένει με την συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας του να πάει να υπογράψει το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο, εκείνος επιλέγει τον δρόμο της ξενιτιάς και την Μπαρτσελόνα!

«Η ενέργεια του Ρεντζιά ήταν απαράδεκτη. Ο ΠΑΟΚ έχει δαπανήσει πάνω από 450 εκατ. δρχ. για τον παίκτη, αλλά αυτός ουσιαστικά δεν έκανε ποτέ απόσβεση. Δεν θα αφήσουμε το θέμα έτσι, αφού τα στοιχεία είναι υπέρ του ΠΑΟΚ. Ειναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι η ΕΣΑΚ μας δικαίωσε», υποστηρίζει δημόσια η διοίκηση του Δικεφάλου. Off the record, πάντως, ο Αλεξόπουλος ήταν πιο καυστικός… «Μας πρόδωσε το παλιόπαιδο».

Η συμπεριφορά αυτή πληγώνει τον Έλληνα σέντερ. «Ναι. Έχω παράπονο από τον τρόπο με τον οποίο με αντιμετώπισε ο ΠΑΟΚ. Από κανέναν άλλο. Προσπάθησαν να με εκθέσουν. Έπαιζαν με το φιλότιμο που είχα μέσα μου. Μπορούσα να είχα φύγει από τα μισά της χρονιάς, τραυματίστηκα, είχα μια άσχημη χρονιά, έβγαιναν και με έβριζαν στα ραδιόφωνα, με λέγανε πουλημένο, χίλια δυο πράγματα. Δεν ήθελαν να με κρατήσουν στην ομάδα, αλλά δεν με άφηναν και να φύγω. Έπαιζα με τα λιγότερα χρήματα από όλους. Όλοι περίμεναν από μένα, όλοι με έβριζαν. Έχανε η ομάδα κι εγώ τα άκουγα. Από εκεί και πέρα, δεν ήθελαν να με κρατήσουν στην ομάδα, προσπάθησαν να πουν στον κόσμο ότι αυτοί με θέλουν και εγώ θέλω να φύγω, τους πουλάω και τέτοια. Αυτό είναι το μεγαλύτερό μου παράπονο» δηλώνει τότε ο Ευθύμης Ρεντζιάς, που ως κάτοικος Βαρκελώνης πλέον δε διστάζει να πει πως:

«Το ελληνικό μπάσκετ φαίνεται να έχει το σύνδρομο του Κρόνου, τρώει τα παιδιά του. Γιατί όταν έρχονται κάποιοι ξένοι, κοινοτικοί στην Ελλάδα, τους παρουσιάζουν σαν θεούς, τους πληρώνουν του κόσμου τα λεφτά κι έχουν Έλληνες, παιδιά που θέλουν να παίξουν για την ομάδα και τη φανέλα, και τους δίνουν ψίχουλα. Άσε που τους βάζουν πίσω από τους κοινοτικούς που έρχονται και ποτέ δεν είναι καλύτεροι από τους Έλληνες. Ναι, το ελληνικό μπάσκετ τρώει τα παιδιά του». Φυσικά ο χρόνος γιάτρεψε τις πληγές που είχε ανοίξει στον ΠΑΟΚ η αποχώρηση του Ρεντζιά και τα επόμενα χρόνια οι σχέσεις των δύο πλευρών αποκαταστάθηκαν πλήρως.

Στην καριέρα του ο παλαίμαχος Έλληνας σέντερ έχει κατακτήσει δύο φορές το κύπελλο Κόρατς (1994 με ΠΑΟΚ και 1997 με Μπαρτσελόνα), δύο πρωταθλήματα (1999 και 2001 με Μπαρτσελόνα), τρία κύπελλα (1995 με ΠΑΟΚ, 2001 με Μπαρτσελόνα, 2004 με Ούλκερ), ενώ πήρε το χρυσό μετάλλιο και τον τίτλο του MVP στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Εφήβων της Αθήνας το 1995.

Σχετικά άρθρα