Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που ταλανίζει για πάνω από μισό αιώνα τους λάτρεις της πορτοκαλί «σπυριάρας», είναι η «εύρεση» του κορυφαίου καλαθοσφαιριστή στα χρονικά του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Κάποιοι λένε «ο Πέτροβιτς». Άλλοι αναφωνούν «ο Γκάλης», ενώ υπάρχουν και εκείνοι που ακόμη δεν έχουν κατασταλάξει.

Αρκετοί όμως φαίνεται πως έχουν λησμονήσει -ή μπορεί να μη γνωρίζουν- πως για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, η Γηραιά Ήπειρος κινούταν στους ρυθμούς του Σεργκέι Μπέλοφ. Του ανθρώπου-παίκτη-αθλητή που οδήγησε το μπάσκετ σε εντελώς διαφορετικά μονοπάτια. Όντας μόλις 1.90, είχε το χάρισμα να αγωνίζεται ως shooting guard (η φυσική του θέση), ως point guard αλλά και από τη θέση του small forward (!). Αποτέλεσε δηλαδή τον πρώτο -και ίσως κορυφαίο- point forward του ευρωπαϊκού μπάσκετ, σε μία περίοδο όπου οι επιταγές του αθλήματος ήταν εντελώς διαφορετικές.

Εφιαλτικά (για τους αντιπάλους του) γρήγορος, με απίστευτο επιτόπιο άλμα και εξαιρετική επαφή με το καλάθι, ο Μπέλοφ πραγματοποίησε μία καριέρα που θα ζήλευαν ακόμη και οι Jordan, Bird και Johnson. Μία σταδιοδρομία η οποία επισφραγίστηκε το 1991, με την ανάδειξή του σε κορυφαίο παίκτη όλων των εποχών (στην ψηφοφορία που πραγματοποιήθηκε από τη FIBΑ, δε συμπεριλήφθησαν παίκτες του ΝΒΑ).

Ας περιπλανηθούμε λοιπόν στη ζωή του «Νουρέγιεφ» του ευρωπαϊκού μπάσκετ, η οποία ξεκίνησε (προτού γεννηθεί) στο θρυλικό Στάλινγκραντ και ολοκληρώθηκε στις 3 Οκτωβρίου (ημέρα συμπλήρωσης 35 χρόνων από το θάνατο του Αλεξάντερ Μπέλοφ -πέθανε το 1978 από καρδιακό σάρκωμα- με τον οποίο δεν είχε καμία απολύτως συγγένεια).

Η γέννηση ενός «θριαμβευτή»

Ο Μπέλοφ (Σεργκέι Αλεξάντροβιτς Μπέλοφ το πλήρες όνομά του) γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1944 στην περιφέρεια Σεγκάρσκι του Νατσιόκοβο, της αχανούς Σοβιετικής Ενώσεως. 11 μήνες νωρίτερα, η μητέρα του και ο θείος του είχαν καταφέρει να επιβιώσουν από την ομηρική πολιορκία του Στάλινγκραντ, η οποία ήταν το πρώτο σοβαρό -και ίσως το πλέον κομβικό- χτύπημα στην καρδιά του κτήνους (Γερμανία).

Ο μικρός Σεργκέι, ο οποίος ήταν αναγκασμένος να μεγαλώσει σε μία διαλυμένη χώρα (όπως τόσα και τόσα παιδιά εκείνης της περιόδου), έδειξε από πολύ μικρός την αγάπη του για τον αθλητισμό. Το πρώτο του δώρο ήταν μία μπάλα…ποδοσφαίρου, που του χάρισε ο πατέρας του για τα τρίτα του γενέθλια, ο οποίος είδε για πρώτη φορά το γιο του το 1947, καθώς εργαζόταν για ένα εύλογο χρονικό διάστημα πολύ μακριά από το σπιτικό του, ως μηχανικός.

Ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο για αρκετό καιρό, όντας εξαιρετικός ως τερματοφύλακας, καθώς ήταν πολύ ψηλός για την ηλικία του, διαθέτοντας ταυτόχρονα και τεράστια άνω άκρα. Αυτές οι παράμετροι αποτέλεσαν τον παράγοντα Χ στην ενασχόλησή του με το μπάσκετ.

Ο Georgiy Josifovitch -ο πρώτος του προπονητής- ήταν αυτός που τον «ανακάλυψε» και πήρε την απόφαση να ασχοληθεί μαζί του, μαθαίνοντάς του τα μυστικά του αθλήματος (τουλάχιστον εκείνα που είχαν «επιβιώσει» από την καταστρεπτική μανία του πολέμου). Αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα (τίτλοι και ατομικές διακρίσεις), είναι ηλίου φαεινότερο πως η «αποστολή» του στέφθηκε από απόλυτη επιτυχία. Στα χέρια του Γιοσίφοβιτς, ο Σεργκέι «άνθισε», αποκομίζοντας όλες εκείνες τις «πληροφορίες» που θα του επέτρεπαν να αφήσει ανεξίτηλο το όνομά του στα παρκέ του ευρωπαϊκού και του παγκόσμιου μπάσκετ.

Η αρχή της κυριαρχίας

Το 1964, ο Μπέλοφ σπούδαζε στη Μόσχα και ταυτόχρονα συνέχισε να ασχολείται ερασιτεχνικά με την πορτοκαλί Θεά. Τότε ήταν που ο Aleksandar Kandel (προπονητής της Uralmash Sverdlovsk) τον είδε για πρώτη φορά και τον «ερωτεύτηκε» παράφορα. Τον έπεισε να αγωνιστεί για λογαριασμό της Ουράλμας και έτσι, την τριετία 1964-1967, πήρε μία πρώτη γεύση από το πρωτάθλημα της ενωμένης Σοβιετικής Ένωσης.

Η ΤΣΣΚΑ Μόσχας άρχισε να τον παρακολουθεί. Οι άνθρωποί της εντυπωσιάστηκαν από την ταχύτητά του, την τρομακτική ικανότητά του στο σκοράρισμα, αλλά κυρίως από την ηγετική του αύρα. Έβλεπαν στο πρόσωπό του τον επόμενο μεγάλο ηγέτη της ομάδας και αποφάσισαν να κάνουν την κίνησή τους προκειμένου να τον αποκτήσουν.

Κίνηση που απέδωσε καρπούς το 1968. Ο Μπέλοφ υπέγραψε χωρίς δεύτερη σκέψη και η ΤΣΣΚΑ είχε υλοποιήσει το απόλυτο colpo grosso. 1968-1980. Δώδεκα χρόνια ατομικών και ομαδικών επιτυχιών. Με τον Μπέλοφ να αποτελεί το πρώτο βιολί σε άμυνα και επίθεση, η ΤΣΣΚΑ κατέκτησε 11 πρωταθλήματα (τη σεζόν 1974-1975, η Σπαρτάκ Λένινγκραντ -σημερινή Σπαρτάκ Αγίας Πετρούπολής- έβαλε, προσωρινά, στοπ στα έξι συνεχόμενα πρωταθλήματα της ομάδας του «Στρατού»), 2 κύπελλα Σοβιετικής ένωσης (1972 και 1973), καθώς και δύο Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα (1969 και 1971).

Και αν η αναρρίχηση στην κορυφή του ρωσικού μπάσκετ αλλά και η διατήρηση των σκήπτρων ήταν σχετικά εύκολη υπόθεση (η ΤΣΣΚΑ αγωνιζόταν -εντός των ρωσικών τειχών- άνευ αντιπάλου), το επίτευγμα της κατάκτησης δύο τροπαίων Ευρωλίγκας, σε μία περίοδο που το ιταλικό μπάσκετ βρισκόταν στο απόγειο του (με την Παλακανέστρο Βαρέζε να συμμετέχει σε 10 συνεχόμενους τελικούς από το 1970 μέχρι και το 1979, κατακτώντας το βαρύτιμο τρόπαιο 5 φορές), ήταν κάτι το μοναδικό.

Στην κορυφή της Ευρώπης

Στον τελικό της Ευρωλίγκας του 1969, ο οποίος διεξήχθη στο Palacio Municipal de Deportes της Βαρκελώνης, ο φίλαθλος κόσμος έμεινε με το στόμα ανοιχτό από το θέαμα που παρακολούθησε.

Σε ένα μυθικό αγώνα (δύο παρατάσεις), η ΤΣΣΚΑ επικράτησε με 103-99 της Ρεάλ Μαδρίτης (προερχόταν από δύο συνεχόμενα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, το 1967 και το 1968) και ανέβηκε για τρίτη φορά στην ιστορία της στον ευρωπαϊκό θρόνο.

Η αναμέτρηση ήταν συγκλονιστική, με τον Μπέλοφ να πραγματοποιεί double double (19 πόντοι και 10 ριμπάουντ) και να αγωνίζεται και στα 50 λεπτά του αγώνα. Προπονητής του συλλόγου ήταν ο Armenak Alachachian, ο οποίος είχε οδηγήσει -ως παίκτης- την ΤΣΣΚΑ στην κορυφή της Ευρώπης το 1961 και το 1963.

Ο Μπέλοφ μόλις είχε πάρει το βάπτισμα του πυρός στο υψηλότερο επίπεδο, κατορθώνοντας να ανταπεξέλθει με χαρακτηριστική άνεση στο ρόλο του ηγέτη της ομάδας. Μάλιστα, ακολούθησαν δύο ακόμα τελικοί το 1970 και το 1971, απέναντι στην Παλακανέστρο Βαρέζε. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε πως την αγωνιστική περίοδο 1969-1970, ο Γκομέλσκι δεν ανέλαβε αμέσως προπονητικά καθήκοντα στην ομάδα του «Κόκκινου Στρατού», αλλά τοποθετήθηκε στη θέση του αθλητικού διευθυντή του συλλόγου.

Φτάνουμε λοιπόν στον τελικό του 1970. Η ΤΣΣΚΑ, έχοντας αποκλείσει στα προημιτελικά τις KK Crvena zvezda και ASVEL Basket και στα ημιτελικά την Σλάβια Πράγας, αντιμετωπίζει τη Βαρέζε, των θρυλικών Ντίνο Μενεγκίν και Αλεξάνταρ Νίκολιτς. Ο ηγέτης των Ρώσων σημείωσε 21 πόντους, ήταν όμως απελπιστικά μόνος του, μην έχοντας τη δυνατότητα να αλλάξει τη ροή του αγώνα. Η Βαρέζε έκαμψε την αντίσταση της ΤΣΣΚΑ με 79-74, κατακτώντας το πρώτο της ευρωπαϊκό τρόπαιο.

Αυτή όμως η «συνάντηση» των δύο συλλόγων δε θα ήταν και η τελευταία. Ένα χρόνο μετά, λες και η μοίρα δεν είχε χορτάσει από το υπερθέαμα που έλαβε χώρο στην Sportska Dvorana του Σαράγιεβο, οι δύο ομάδες διασταύρωσαν τα «ξίφη» τους, ξανά στον τελικό του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, με την έκβαση να είναι εντελώς διαφορετική. Η ΤΣΣΚΑ, έχοντας στη σύνθεσή της ένα σεληνιασμένο Μπέλοφ (24 πόντοι), ο οποίος ανέλαβε και τα καθήκοντα του προπονητή, καθώς ο Γκομέλσκι δεν ακολούθησε την αποστολή της ομάδας στην Αμβέρσα (η επίσημη δικαιολογία ήταν πως αντιμετώπιζε προβλήματα με το διαβατήριό του, το οποίο φημολογείται πως είχε λήξει), διέλυσε τη Βαρέζε με 67-53 και κατέκτησε την 4η Ευρωλίγκα της ιστορίας της.

Το αστέρι του Σεργκέι ήταν πιο λαμπερό από ποτέ. Όλοι μιλούσαν για το Ρώσο «ελεύθερο σκοπευτή» που διασπούσε τις αντίπαλες άμυνες με χαρακτηριστική άνεση. Και αν οι επιτυχίες του σε διασυλλογικό επίπεδο ήταν επικές, η κυριαρχία της Σοβιετικής Ένωσης σε επίπεδο εθνικών ομάδων, με τον ίδιο στη θέση του απόλυτου πρωταγωνιστή, μπορούν να χαρακτηριστούν μόνο με μία λέξη. Σουρεαλιστικές.

Ο Σεργκέι Μπέλοφ στην Εθνική ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης το 1972 με το Νο10

 

Κυνηγός μεταλλίων και φονιάς των Αμερικάνων

Τον Μπέλοφ μπορείς να τον θαυμάσεις για πολλά πράγματα. Σε αυτό όμως το οποίο υποκλίνεσαι χωρίς δεύτερη σκέψη είναι η άρνησή του να απολέσει τη θέση του στο βάθρο της εκάστοτε διεθνούς διοργάνωσης.

Ο χαρισματικός shooting guard, ο οποίος παρεμπιπτόντως υπηρετούσε -ως αξιωματικός- στο σοβιετικό στρατό όπως και όλοι οι συμπαίκτες του άλλωστε, κατέκτησε 15 μετάλλια. Συγκεκριμένα, τέσσερα χρυσά (1967, 1969, 1971 και 1979), ένα χάλκινο (1973) και δύο ασημένια (1975 και 1977) σε Eurobasket, δύο χρυσά (1967 και 1974), ένα ασημένιο (1978) και ένα χάλκινο (1970) σε Παγκόσμιο, αλλά και ένα χρυσό (1972) και τρία χάλκινα (1968, 1976 και 1980) σε Ολυμπιακούς Αγώνες.

Οι μέσοι όροι του (πόντοι, ριμπάουντ και ασίστ) σε όλες τις διεθνείς διοργανώσεις που συμμετείχε είναι 13.4, 0.4 και 0.3. Πραγματοποίησε τις κορυφαίες του εμφανίσεις στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας (21.1 πόντοι, 1.6 ριμπάουντ και 1.8 ασίστ) και στα Ευρωμπάσκετ της Γιουγκοσλαβίας (21.6 πόντοι) και της Ισπανίας (19.8 πόντοι).

Δύο πράγματα οφείλουμε -οπωσδήποτε- να θυμόμαστε από την πορεία του Μπέλοφ με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της πατρίδας του. Το πρώτο, δεν είναι άλλο από την κατάρριψη του μύθου της «Ανίκητης Αμερικής». Η Σοβιετική Ένωση, έχοντας τον Μπέλοφ (20 πόντοι) σε εξαιρετική κατάσταση, νίκησε τις ΗΠΑ με 50-51 και κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου (1972).

Αυτό που κάνει το συγκεκριμένο παιχνίδι τόσο ξεχωριστό, είναι τα τελευταία τρία δευτερόλεπτα της αναμέτρησης, για τα οποία ο Σεργκέι είχε δηλώσει τα εξής: «Πιστεύω ότι η απόφαση ήταν σωστή. Όταν ο Νταγκ Κόλινς σκόραρε και έκανε το 50-49, απέμεναν τρία δευτερόλεπτα, καθώς ο χρόνος στο αριστερό ρολόι έδειχνε 19:57. Ο Ιβάν Εντέσκο έκανε το πλάγιο. Όταν πήρα τη μπάλα στα χέρια μου, σχεδόν ταυτόχρονα άκουσα την κόρνα της λήξης. Δεν ήταν όμως το τέλος του αγώνα, καθώς το χρονόμετρο έδειχνε 19:59. Διαμαρτυρηθήκαμε για το δευτερόλεπτο, καθώς ήταν φανερό σφάλμα. Μετά είδα τον Τζόουνς (Renato William Jones, ο οποίος διετέλεσε γενικός γραμματέας της FIBA από το 1932 μέχρι και το 1976) να δείχνει με το χέρι του 3’’. Έπρεπε δηλαδή να επαναληφθούν. Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Ο Εντέσκο πέταξε τη μπάλα στον Αλεξάντερ Μπέλοφ (σ.σ. διπλανή φωτ.), που προσποιήθηκε και έβαλε το καλάθι που μας χάρισε το χρυσό».

Οι Σοβιετικοί είχαν «σκοτώσει» το μεγαθήριο. Αυτή η νίκη, απέναντι μάλιστα και στο μεγάλο εχθρό (ΗΠΑ), εορτάστηκε δεόντως. Οι Αμερικάνοι, που μέχρι και σήμερα κάνουν λόγο για κατάφωρη αδικία, δεν παρέλαβαν ποτέ τα μετάλλιά τους.

Η δεύτερη στιγμή-ορόσημο στην καριέρα του στην Εθνική ομάδα, πραγματοποιήθηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Μόσχας (1980) και είχε άκρως αρνητική χροιά. Οι Αμερικανοί δε συμμετείχαν στη διοργάνωση (μποϊκοτάζ), διαμαρτυρόμενοι για την εισβολή των Σοβιετικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν (Δεκέμβριος 1979).

Ο Μπέλοφ, ο οποίος ήταν και ο τελευταίος λαμπαδηδρόμος της τελετής έναρξης, οδήγησε την ομάδα του στο χάλκινο μετάλλιο, αν και οι βλέψεις ήταν πολύ ψηλότερες (χρυσό). Και εδώ βρίσκεται όλο το ζουμί. Οι δύο ήττες από Ιταλία (85-87) και Γιουγκοσλαβία (101-91), στις οποίες ο Μπέλοφ είχε, στην μεν πρώτη 20 πόντους και 3 ασίστ και στη δε δεύτερη 20 πόντους και 4 ριμπάουντ, αποτέλεσαν την αρχή του τέλους τόσο από την Εθνική ομάδα όσο και από την ΤΣΣΚΑ.

Αφού ολοκληρώθηκε η διοργάνωση, ο Σεργκέι Παβλόφ (τότε Υπουργός Αθλητισμού της Σοβιετικής Ένωσης), τηλεφώνησε στον Μπέλοφ, ανακοινώνοντάς του την «προαγωγή» του σε προπονητή του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος. Η αφήγηση του ίδιου του εκλιπόντος συγκλονίζει: «Με πήρε τηλέφωνο ο Υπουργός των σπορ της ΕΣΣΔ, Σεργκέι Παβλόφ, και κυριολεκτικά μου είπε “Από αυτή τη στιγμή εγκαταλείπεις την ενεργό δράση και αναλαμβάνεις προπονητής της Εθνικής Ομάδας”. Εγώ αρνήθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη. Όμως ο Υπουργός επέμεινε. Τότε ο Γκομέλσκι έμαθε για το γεγονός και μέσω των διασυνδέσεών του έπεισε την KGB να μου απαγορεύσει την έξοδο από τη χώρα για αρκετά χρόνια. Αυτά ήταν τα χειρότερα χρόνια της ζωής μου. Μπορώ να πω μάλιστα πως φοβήθηκα ακόμη και για τη ζωή μου».

Κατάφερε να ξεμπερδέψει από όλα αυτά το 1988, όταν και επέστρεψε, αυτή τη φορά ως προπονητής, στην ΤΣΣΚΑ Μόσχας, κατακτώντας μάλιστα με τη μεγάλη του αγάπη και το πρωτάθλημα Σοβιετικής Ένωσης για την αγωνιστική περίοδο 1989-1990. Επίσης, οδήγησε τη Ρωσία σε δύο ασημένια μετάλλια στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1994 και του 1998, καθώς και στην τρίτη θέση στο Eurobasket του 1997.

Ο θάνατος του πρώτου μη Αμερικανού παίκτη που εισήχθη στο αμερικανικό μπασκετικό μουσείο (Naismith Memorial Basketball Hall of Fame) το 1992, βύθισε στο πένθος όλους όσους τον έχουν ζήσει ή έχουν δει τις «πιρουέτες» του με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Η είσοδός του στο FΙΒΑ Hall of Fame το 2007 αλλά και η ανάδειξή του σε έναν από τους 50 κορυφαίους πρεσβευτές της ευρωπαϊκής καλαθόσφαιρας (50 Greatest Euroleague Contributors) το 2008, δε μπορούν να αποτυπώσουν επακριβώς τα όσα προσέφερε στο άθλημα. Και αυτή ακριβώς θα είναι για πάντα η μαγεία που θα περιλούζει το μύθο του συγκεκριμένου παίκτη.

Σχετικά άρθρα