«Η φιλία κρατάει μονάχα μια μέρα. Κάθε μέρα πρέπει να της αλλάζεις βρακί» έχει πει ο σπουδαίος Έλληνας συγγραφέας Μενέλαος Λουντέμης, στην περίπτωση ωστόσο των Βασίλη Σπανούλη και Νίκου Ζήση όσος χρόνος κι αν περάσει οι δεσμοί της φιλίας τους θα παραμένουν το ίδιο ισχυροί έστω κι αν πλέον δε θα μοιράζονται τα αποδυτήρια της Εθνικής μας ομάδας.

Από το 2001 στη Ρόδο, όταν και άρχισαν να αλλάζουν την αθλητική τους περιβολή συγκατοικώντας ως συμπαίκτες στις μικρές Εθνικές ομάδες, ίσως ούτε οι ίδιοι δε θα περίμεναν ότι θα εξελίσσονταν σε «Διόσκουρους» του ελληνικού μπάσκετ.

Το μέλλον τούς επιφύλασσε κοινές οικογενειακές διακοπές, κουμπαριά και μια φιλία ανεξίτηλη που στο πρόσφατο Ευρωμπάσκετ επιβεβαιώθηκε σε φορτισμένο κλίμα όταν ο «V-Span» ανακοίνωσε το «αντίο» με τα γαλανόλευκα. Με ανάρτησή του στον προσωπικό του λογαριασμό στο twitter και μια κοινή φωτογραφία τους ο Νίκος Ζήσης τόνισε πως: «Τιμή μου που έπαιξα δίπλα σου. Οι αναμνήσεις θα μείνουν για πάντα χαραγμένες». Και πράγματι οι κοινές τους αναμνήσεις είναι πολλές αυτά τα περίπου 15 χρόνια που γνωρίζονται, όντας μέλη μιας «χρυσής φουρνιάς».

Το post του Σπανούλη για την απόσυρση του Ζήση | SPORT24Έχοντας κάνει κοινά βήματα στις μικρές Εθνικές ομάδες, υπήρξαν οι ηγέτες του αντιπροσωπευτικού συγκροτήματος που το 2002 κατέκτησε το Πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα Εφήβων, ενώ το 2000 είχαν κατακτήσει το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Παίδων.

Δύο χρόνια αργότερα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004, πήραν το βάπτισμα του πυρρός σε μία μεγάλη διοργάνωση από τον Παναγιώτη Γιαννάκη στην Εθνική Ανδρών. Έκτοτε έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της πιο επιτυχημένης ελληνικής Εθνικής ομάδας, κατακτώντας τρία μετάλλια από το 2005 μέχρι το 2009: το χρυσό στο Ευρωμπάσκετ του Βελιγραδίου το 2005, το αργυρό στο Μουντομπάσκετ της Ιαπωνίας το 2006 και το χάλκινο το 2009 στο Ευρωμπάσκετ της Πολωνίας.

Σε συλλογικό επίπεδο αμφότεροι ξεκίνησαν την καριέρα τους μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ο Νίκος Ζήσης, γεννημένος στις 16 Αυγούστου 1983 στη Θεσσαλονίκη, ξεκίνησε την καριέρα του στην ΧΑΝ Θεσσαλονίκης, το 1996, σε ηλικία μόλις 13 ετών. Από την άλλη, ο Βασίλης Σπανούλης, γεννημένος στις 7 Αυγούστου του 1982, ξεκίνησε την καριέρα του με τη φανέλα του Κεραυνού Λάρισας το 1998 σε ηλικία 16 ετών.

Αμφότεροι άρχισαν να δείχνουν από νωρίς δείγματα του σπάνιου ταλέντου τους. Το 2000 και ενώ είναι μόλις 17 ετών, ο Νίκος Ζήσης κατηφορίζει στην Αθήνα και την ΑΕΚ όπου αγωνίστηκε με επιτυχία 5 χρόνια (σ.σ. το 2005 αναδείχθηκε μάλιστα κορυφαίος νέος παίκτης στην Ευρώπη), ενώ ο «Kill Bill» χρειάστηκε έναν επιπλέον χρόνο (2001) προκειμένου να πάρει μεταγραφή σε ομάδα της Α1 και συγκεκριμένα για το Μαρούσι και αφού είχε προηγηθεί ένα διετές πέρασμα από τη Λάρισα.

Οι «μονομαχίες» τους στο πρωτάθλημα της Α1 προσέδωσαν μία ελληνική version του «Kramer vs Kramer» και κορυφώθηκαν τις περιόδους 2004, 2005, με τον Βασίλη Σπανούλη να επικρατεί την πρώτη χρονιά οδηγώντας το Μαρούσι στους τελικούς κόντρα στην ΑΕΚ του Νίκου Ζήση, ο οποίος πήρε τη ρεβάνς την επόμενη σεζόν.

Αλλαγή επιπέδου και καταξίωση

Το 2005 ήταν μία ιδιαίτερα σημαντική χρονιά για τους δύο φίλους, αφού το καλοκαίρι θα έπαιρναν σημαντικές αποφάσεις που άλλαξαν το «ρου» της καριέρας τους. Ο Νίκος Ζήσης έφυγε από την ΑΕΚ και πήρε το δρόμο για το Τρεβίζο για λογαριασμό της Μπενετόν Τρεβίζο, στην οποία αγωνίστηκε έως και το 2007. Το ίδιο καλοκαίρι ο Βασίλης Σπανούλης άφησε το Μαρούσι και πήρε τη μεγάλη μεταγραφή για τον Παναθηναϊκό, στον οποίο υπέγραψε τριετές συμβόλαιο έναντι 1,6 εκατομμυρίων ευρώ.

Τον Ιούνιο του 2007 και αντί του ποσού του 1.7 εκατομμυρίων ευρώ, ο Νίκος Ζήσης έγινε ο τέταρτος Έλληνας παίκτης που φόρεσε τη φανέλα της ΤΣΣΚΑ Μόσχας (σ.σ. είχαν προηγηθεί οι Παπαλουκάς, Χατζηβρέττας, Ντικούδης) με την οποία αναδείχθηκε πρωταθλητής Ευρώπης το 2008, έχοντας συμπαίκτη τον Παπαλουκά. Ένα μήνα αργότερα, τον Ιούλιο του 2007, ο Βασίλης Σπανούλης επέστρεφε στον Παναθηναϊκό μετά το πέρασμα του από το ΝΒΑ και τους Χιούστον Ρόκετς. Ο νυν αρχηγός του Ολυμπιακού είχε γίνει ο τέταρτος Έλληνας παίκτης μετά τους Ιάκωβο Τσακαλίδη, Ευθύμη Ρεντζιά και Αντώνη Φώτση, που υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με ομάδα του ΝΒΑ (σ.σ. τριετές συμβόλαιο με τις συνολικές του απολαβές να ανέρχονται στα έξι εκατομμύρια δολάρια, γεγονός που τον κατέστησε τον πιο ακριβοπληρωμένο παίκτη του δεύτερου γύρου των ντραφτ).

Όπως αποδείχθηκε, Ζήσης και Σπανούλης είχαν πολλά χιλιόμετρα να τρέξουν στο αθλητικό τους κοντέρ! Ο πρώτος άφησε τη Μόσχα το καλοκαίρι του 2009 για να υπογράψει συμβόλαιο συνεργασίας με τη Σιένα, αποτελώντας βασικό γρανάζι στη μηχανή της ιταλικής ομάδας, που σάρωσε τα πάντα στο διάβα της κατακτώντας 3 νταμπλ και ισάριθμα Super Cup Ιταλίας.

Από την πλευρά του, ο Βασίλης Σπανούλης, το καλοκαίρι του 2010, σε μία από τις πλέον πολυσυζητημένες μεταγραφές όλων των εποχών, πήρε το δρόμο για τον Ολυμπιακό, υπογράφοντας τριετές συμβόλαιο έναντι 2.4 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Έκτοτε πολλά ήταν τα σενάρια που ήθελαν τους δύο «αυτοκόλλητους» κουμπάρους συμπαίκτες σε συλλογικό επίπεδο, χωρίς όμως να επιβεβαιωθούν ποτέ.

«Βρήκαμε τις γυναίκες της ζωής μας, κάναμε οικογένεια, αλλά είμαστε πάντα μαζί» έχει πει ο Ζήσης για το «Alter Ego» του στην Εθνική ομάδα με το οποίο οι (αγωνιστικοί) δρόμοι τους χώρισαν οριστικά τον  Σεπτέμβριο του 2015. Πλέον, έχοντας αμφότεροι αποχωρήσει από τα παρκέ, απολαμβάνουν τις διακοπές τους στη  Κρήτη. Ποιος ξέρει; Ίσως στο μέλλον να τους ξαναδούμε μαζί σε κάποιο άλλο μπασκετικό πόστο!

Σχετικά άρθρα