Με αφορμή το ντοκιμαντέρ «The Last Dance» και την αναζωπύρωση της κόντρας ανάμεσα στις ομάδες των Μάικλ Τζόρνταν και Αϊζάια Τόμας, το Basketworld.net θυμάται τον παίκτη που αποτέλεσε έναν από τους λίγους «πυροσβέστες» της υπόθεσης.

Οι περισσότεροι ίσως να τον θυμούνται από το σύντομο πέρασμά του από τον Παναθηναϊκό της περιόδου 1996-97, σε έναν επεισοδιακό μήνα (τόσο διήρκεσε η παρουσία του στη χώρα μας), που συνοδεύτηκε από τις γνωστές κόντρες του με τον τότε προπονητή του «τριφυλλιού», Μπόζινταρ Μάλκοβιτς. Ο 56χρονος σήμερα απόμαχος σέντερ δεν μπορούσε επ’ ουδενί λόγω τότε να συμβιβαστεί με τους κανόνες πειθαρχίας του Σέρβου προπονητή, ενώ την ίδια ώρα ο τελευταίος πεισματικά απέφευγε ν’ ανεχθεί οποιαδήποτε απαίτηση του «Spider» για παρέκκλιση από το πρόγραμμα της ομάδας.

Σε κάθε περίπτωση, ο Τζον Σάλεϊ κατά τη διάρκεια της σύντομης παρουσίας του στην Αθήνα, δε μας έδειξε και πολλά πράγματα στο αγωνιστικό κομμάτι. Μια αξιοπρεπής εμφάνιση (10 πόντοι και 5 ριμπάουντ) απέναντι στον Ολυμπιακό για το πρωτάθλημα, μια πολύ καλή εμφάνιση (21 πόντοι) ενάντια στην Μπάγερν για την Ευρωλίγκα κι επί της ουσίας αυτό ήταν… όλο. Όχι πως μας προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση αυτό, εξάλλου ως κλάση παίκτη υστερούσε συντριπτικά έναντι των Ντόμινικ Ουίλκινς και Μπάιρον Σκοτ, δυο παιχτών κοινώς που φόρεσαν τη φανέλα με το τριφύλλι ένα χρόνο πριν κι ένα χρόνο μετά τον Σάλεϊ αντίστοιχα.

 

Γεννημένος πρωταθλητής

Για να λέμε βέβαια τα πράγματα με το όνομά τους, ο πολυτάλαντος (βλ. αθλητής, ηθοποιός, παρουσιαστής, σεφ) Τζον δεν ήταν κακός παίκτης. Απλώς ήταν ένας πολύ αξιόλογος ρολίστας πολυτελείας, με 7 πόντους και 4.5 ριμπάουντ μέσους όρους καριέρας σε 748 αγώνες συνολικά στο ΝΒΑ

Επί της ουσίας, λοιπόν, δουλειά του ήταν να προσφέρει τις αμυντικές του υπηρεσίες βοηθώντας στην αναχαίτιση των Τζόρνταν – Μάτζικ – Μπερντ στη μια άκρη του γηπέδου και να αξιοποιεί τα αθλητικά του προσόντα, τελειώνοντας φάσεις κοντά στο καλάθι είτε ύστερα από ασίστ του Αϊζέια Τόμας είτε ύστερα από επιθετικά ριμπάουντ στην άλλη. Προσθέτουμε στην εξίσωση ένα αξιοπρεπές σουτάκι από μέση απόσταση και… κλείσαμε.

Ενδεικτικό ως προς αυτό, άλλωστε, είναι και το γεγονός πως σε ολόκληρη την καριέρα του ξεχώρισε μόλις δυο φορές επιθετικά στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Η μία στον έβδομο τελικό του 1988 ανάμεσα στους Λέικερς και στους Πίστονς, όταν παρά τους 17 πόντους (6/9 δίποντα και 5/7 βολές) και τα 10 ριμπάουντ που κατέγραψε στο κοντέρ της στατιστικής του, δεν κατάφερε να οδηγήσει το Ντιτρόιτ στο πρωτάθλημα. Και η δεύτερη το καλοκαίρι του 1989, όταν ως πρωταθλητής πλέον με τους Πίστονς συμμετείχε στο ετήσιο τότε φιλικό All Star Game του Μάτζικ Τζόνσον – γνωστό με την ονομασία «Magic Johnson’s Midsummer Night’s Magic Charity Game» – σκοράροντας 28 πόντους (!) απέναντι σε μια ομάδα που ούτε λίγο ούτε πολύ φιλοξενούσε στο ρόστερ της ονόματα όπως οι: Αϊζέια Τόμας, Καρλ Μαλόουν, Κλάιντ Ντρέξλερ, Ντόμινικ Ουίλκινς, Μαρκ Αγκουάιρ, Μαρκ Τζάκσον, Κίκι Βάντεγουεϊ και Ρον Χάρπερ, όπως μπορείτε να δείτε στο παρακάτω βίντεο:

Συμπαίκτες μάλιστα του διοπτροφόρου Σάλεϊ (σ.σ. φοράει το νούμερο 22 με τη λευκή φανέλα) στο συγκεκριμένο ματς ήταν δυο κύριοι ονόματι… Μάικλ Τζόρνταν και Μάτζικ Τζόνσον.

 

Ένα καλό… «κακό παιδί»

Είτε έτσι είτε αλλιώς, το μόνο βέβαιο είναι πως η στάμπα των «Bad Boys» από τη «Motor City» αν μη τι άλλο αποδείχτηκε αλληγορική για τον Τζον Σάλεϊ. Όχι μόνο γιατί η καριέρα του ήταν συνυφασμένη με την πορεία των Ντιτρόιτ Πίστονς προς 3 διαδοχικούς τελικούς (1988-1990) και δυο πρωταθλήματα (1989-1990), αλλά κι επειδή συμμετείχε ως ηθοποιός στις ταινίες «Bad Boys» και «Bad Boys 2» με πρωταγωνιστή τον Γουίλ Σμιθ.

Στην πραγματικότητα, εντούτοις, ο «Spider» μόνο κακό παιδί δεν ήταν. Απόδειξη, το γεγονός ότι στο περιβόητο περιστατικό με την αποχώρηση των υπολοίπων σταρ των «Πιστονιών» στο τέλος του τέταρτου ματς το 1991 ενάντια στους Μπουλς (σ.σ. προκειμένου να μη συγχαρούν τους αντιπάλους τους), ο Σάλεϊ ήταν από τους λίγους που δε συμμετείχαν. Συγκεκριμένα όπως αποκαλύπτει και ο ίδιος: «Δεν ήθελα να συναινέσω σε κάτι τέτοιο και δεν ήθελα ν’ αποτελέσω μέρος του, διότι γνώριζα προσωπικά τον Μάικλ (Τζόρνταν), τον Σκότι (Πίπεν) και τον Χόρας (Γραντ). Γι’ αυτό και ζήτησα από τον Τσακ (Ντέιλι) να με ξαναβάλει μέσα στο παιχνίδι, άσχετα αν ο κόουτς επέμενε πως κάτι τέτοιο ήταν αχρείαστο απ’ τη στιγμή που το ματς είχε κριθεί».

Η συνέχεια γνωστή… Σχεδόν 5 χρόνια μετά, στη διάρκεια των οποίων μεσολάβησαν δυο ενδιάμεσες στάσεις σε ομάδες όπως
οι Μαϊάμι Χιτ και οι Τορόντο Ράπτορς, ο Σάλεϊ φόρεσε τη φανέλα των «Ταύρων» στην πορεία τους προς το καλύτερο ρεκόρ μέχρι τότε στην ιστορία του ΝΒΑ (72 νίκες – 10 ήττες το 1996) και προς το τρίτο πρωτάθλημα για τον ίδιο. Πώς τον αντιμετώπισαν οι άλλοτε «εχθροί» του; «Δεν είχα το παραμικρό πρόβλημα. Όταν θέλησαν να με προσεγγίσουν για να υπογράψω, ρώτησαν τη γνώμη του Μάικλ (Τζόρνταν) κι εκείνος απάντησε “ναι” δίχως δεύτερη σκέψη. Πιστεύω γενικά πως δε μισούσε εμάς, τους παίκτες τους Πίστονς, ως ανθρώπους προσωπικά, απλά απεχθανόταν το γεγονός ότι γνώριζε πως ήμασταν μια ομάδα, η οποία δε θα ξεκουμπιζόταν εύκολα από το δρόμο του».

Σχετικά άρθρα