Ο Ανδρέας Γλυνιαδάκης παραχώρησε συνέντευξη στο Basketworld.net και στον Δονάτο Φράγκο αναφορικά με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του στο χώρο του μπάσκετ.
Ο Ανδρέας Γλυνιαδάκης, γεννημένος στα Χανιά στις 26 Αυγούστου του 1981, έχει κατακτήσει συνολικά δεκατρείς τίτλους -μεταξύ αυτών και δύο τρόπαια Euroleague- στη μακροχρόνια καριέρα του. Ο πρώην διεθνής σέντερ έχει αγωνιστεί στο κορυφαίο επίπεδο, με θητεία στο ΝΒΑ, ενώ έχει κατακτήσει και το χάλκινο μετάλλιο με την Εθνική στο Ευρωμπάσκετ του 2009. Από τον Ιούνιο του 2019, έχει αναλάβει χρέη Προέδρου στον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Αμειβόμενων Καλαθοσφαιριστών(ΠΣΑΤ).
Θεωρείς τον εαυτό σου «γουρλή» με δεδομένο πως με την παρουσία σου στο ρόστερ τόσο του Παναθηναϊκού όσο και του Ολυμπιακού, οι δύο ομάδες κέρδισαν τρόπαια που είχαν να κατακτήσουν 14 και 15 χρόνια αντίστοιχα; (Ο Παναθηναϊκός το πρωτάθλημα το 1998 και ο Ολυμπιακός τη Euroleague το 2012).
Όχι, δε θεωρώ τον εαυτό μου γουρλή, θεωρώ τον εαυτό μου πολύ καλό επαγγελματία όμως, αφού σε κάθε ομάδα που αγωνιζόμουν, εγώ τουλάχιστον, το κομμάτι μου το έκανα 200%, υπήρχε σκληρή δουλειά και απόδοση δηλαδή.
Ποια θεωρείς ως την κορυφαία στιγμή στην καριέρα σου ;
Κορυφαία είναι το ΝΒΑ και η συμμετοχή μου στο στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Πεκίνο.
Ποιος ήταν ο καλύτερος συμπαίκτης και ποιος ο καλύτερος αντίπαλος που έχεις αντιμετωπίσει ;
Θα αδικήσω πολλούς. Έχω πάρει από πάρα πολλούς, συμπαίκτες και αντιπάλους, αρκετά πράγματα, έχω ευχαριστηθεί την παρέα παιδιών με τα οποία ήμασταν μαζί. Ένας αθλητής που μου έκανε φοβερή εντύπωση όταν τον είδα στην Ελλάδα ήταν ο Ντίνο Ράτζα, για τον τρόπο παιχνιδιού του. Από τους πιο μεγάλους παίκτες που έχω δει και παίξει μαζί! Δε θέλω να αδικήσω κάποιον γιατί έχω αγωνιστεί με τους καλύτερους και είναι πάρα πολύ δύσκολο να διαλέξω.
Πόσο εύκολο είναι για έναν αθλητή να προσαρμοστεί στην καθημερινότητά του, μετά το τέλος της καριέρας του;
Είναι πάρα πολύ δύσκολο, γιατί λείπει η ένταση και η αδρεναλίνη, ο τρόπος ζωής αυτός που είναι μοναδικός και τον έχεις αγαπήσει για πάρα πολλά χρόνια. Προσγειώνεσαι σε μια πραγματικότητα όπου πρέπει να προσαρμοστείς όπως είχες μάθει να προσαρμόζεσαι σε όλη σου την καριέρα σε διαφορετικές χρονιές με διαφορετικούς ανθρώπους και καταστάσεις. Το ίδιο συμβαίνει και σε αυτήν την περίπτωση. Είναι μια προσαρμογή στην καθημερινότητα που πολλοί αθλητές δεν καταφέρνουν να διαχειριστούν.
Πώς βιώνεις την κατάσταση από την πλευρά σου ως Πρόεδρος του ΠΣΑΤ;
Το πιο βασικό για εμάς είναι να αναδείξουμε τον αθλητή σαν κάτι περισσότερο από έναν μπασκετμπολίστα: το ανθρώπινο του κομμάτι, το πώς μπορεί να προσφέρει στα σχολεία και στην κοινωνία γενικότερα. Πρέπει να τον δέχεται η κοινωνία και τα σχολεία, ώστε να μπορεί να μιλά για όλη αυτήν την εμπειρία και να αποτελεί παράδειγμα για τα παιδιά, να χρησιμοποιείται ως πρότυπο. Οπότε εμάς ο στόχος μας είναι -πέρα από το συνδικαλιστικό κομμάτι- να βελτιώσουμε τους κανόνες που θα παίζει ένα παιδί μπάσκετ στην Ελλάδα, ώστε να μπορεί να το κάνει αυτό με ασφάλεια, με ευκαιρίες και με δικαιώματα. Από εκεί και πέρα, κοιτάζουμε να αναδείξουμε τον αθλητή και εκτός γηπέδου.
Πώς αισθάνεσαι που το όνομά σου θα βρίσκεται στην αιωνιότητα στο κορυφαίο ντραφτ όλων των εποχών (βλ. 2003 με ΛεΜπρόν, Καρμέλο, Ουέιντ, Μπος κλπ.);
Εντάξει, δεν έχω δώσει σημασία σε αυτό. Είναι σημαντικό το ντραφτ ,γιατί σου δίνει μια ευκαιρία παραπάνω από τους υπόλοιπους, να συμμετάσχεις στο ΝΒΑ. Κατάφερα και την αξιοποίησα και αυτό κρατάω. Όχι ποιοι ήταν στο ντραφτ, γιατί έχουν υπάρξει πολλά εξαιρετικά ντραφτ.



