Σύμφωνα με τον Άλμπερτ Αϊνστάιν υπάρχουν δυο τρόποι να ζήσει ένας άνθρωπος τη ζωή του. Ο πρώτος είναι να θεωρεί πως τίποτε στη ζωή δεν είναι θαύμα. Ο δεύτερος είναι να θεωρεί πως η ίδια η ζωή από μόνη της είναι ένα θαύμα. Το μήνυμα του μεγάλου επιστήμονα και φιλοσόφου προφανές: μην παίρνεις τη ζωή σα δεδομένη, αλλά ζήσε κάθε στιγμή της σα μοναδική.

Δυστυχώς οι άνθρωποι όμως κάνουμε αυτό ακριβώς το λάθος. Την παίρνουμε σα δεδομένη. Κι επαναπαυόμαστε. Και δεν την απολαμβάνουμε. Και δεν την εκτιμούμε. Και όταν γλιστράει από δίπλα μας, αναρωτιόμαστε τί πήγε στραβά…

Να με συγχωρήσετε προκαταβολικά για το μακάβριο ύφος του κειμένου, όμως σε κάποιες περιπτώσεις δε γίνεται διαφορετικά. Έχουμε καταθέσει πολλά «αντίο» σε αγαπημένα πρόσωπα τον τελευταίο καιρό, με αποτέλεσμα ν’ αδυνατούμε να μείνουμε ασυγκίνητοι μπρος στις νέες απώλειες. Δε θα μιλήσω καν για τα πρόσωπα της επικαιρότητας που «αποχαιρετούμε». Αυτοί έχουν τους δικούς τους ανθρώπους να τους θρηνήσουν, κι ας στενοχωρηθήκαμε άπαντες με τις απώλειές τους. Το ζήτημα, όμως, είναι ότι κατά μια τραγική σύμπτωση της μοίρας διάφοροι φίλοι και γνωστοί του υπογράφοντος κλήθηκαν μέσα στους τελευταίους μήνες να αντιμετωπίσουν το πιο τραγικό πρόσωπο της μοίρας. Και η αφεντιά μου δεν αποτελεί εξαίρεση…

Μια παλιά φίλη και συμμαθήτρια «έφυγε» το καλοκαίρι χτυπημένη από μια χρόνια ψυχοσωματική ασθένεια. Ένας καλός γνωστός, ούτε 25 ετών, «έφυγε» χτυπημένος απ’ την επάρατη νόσο. Ένα νεαρό παλικάρι, φίλος φίλης, άφησε πριν από λίγες μέρες την τελευταία του πνοή στην άσφαλτο. Δε γνωρίζω τί από αυτά μπορεί να ήταν καπρίτσιο της μοίρας, κακιά στιγμή ή απλά γραμμένο στα άστρα. Κανείς μας δεν ξέρει, κανείς μας δε θα μάθει. Και όταν λάβουμε τις απαντήσεις μας επιτέλους, το μόνο βέβαιο είναι πως δε θα βρισκόμαστε σε αυτόν τον κόσμο πλέον για να τις μοιραστούμε με τους υπόλοιπους.

Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά ωστόσο είναι πως οι ζωές όλων μας θα ήταν πολύ καλύτερες αν ακολουθούσαμε τη δεύτερη οδό της φιλοσοφίας του φίλου μας του «Αλβέρτου». Όχι ότι είναι απλό κάτι τέτοιο, άλλωστε η ευημερία με τη νιρβάνα είναι δυο έννοιες εκ διαμέτρου αντίθετες. Όμως αν μη τι άλλο έχουμε τη δυνατότητα σε έναν βαθμό να ζυμώσουμε και να διαχειριστούμε την οπτική μας. Ναι, έχουμε οικονομική κρίση. Ναι, μας έχουν ζώσει τα φίδια. Ναι, δεν έχουμε όνειρα επαγγελματικής καταξίωσης. Ναι, ανησυχούμε για τις συντάξεις μας. Ναι, αδυνατούμε να ανταποκριθούμε στα χρέη μας. Υπάρχουν όλα αυτά τριγύρω μας, δε σου ζητά κανείς να εθελοτυφλείς.

Όμως, θέλοντας και μη, παλεύεις να τα αντιμετωπίσεις. Αν δεν έχεις όρεξη να το κάνεις, υπάρχει το χαρακίρι. Η εύκολη λύση. Τα παρατάς, αποδέχεσαι το τέλος σου και τα τινάζεις οικειοθελώς. Δίχως να μάθεις ποτέ τί θα μπορούσε να αλλάξει προς το καλύτερο. Δίχως να εκπληρώσεις την προσπάθειά σου να τα φέρεις όλα τούμπα, προκειμένου να δεις μια άσπρη μέρα. Δίχως να προσπαθήσεις να ζήσεις…

Κι εδώ ακριβώς είναι που έρχεται το πιο λυπηρό στοιχείο της υπόθεσης. Δεν είναι ανάγκη να βιώσεις της απώλεια, για να εκτιμήσεις αυτό που έχεις. Ο καρκινοπαθής που διάγει το τελευταίο στάδιο της ύπαρξής του, δεν αγχώνεται που δεν τον παίρνει οικονομικά να πάει στα μπουζούκια. Το ίδιο και ο φίλος/σύντροφος/γονιός του παλικαριού που χάθηκε άδικα σε αυτοκινητιστικό. Δεν είναι ζήτημα απάθειας, είναι θέμα ρεαλισμού. Καμιά χυλόπιτα, καμιά ερωτική απογοήτευση και κανένα άγχος για τα οικονομικά δεν πρόκειται ποτέ στη μεζούρα να υποβαθμίσει την είδηση της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου. Ίσα-ίσα που εκεί είναι που θα γυρίσεις και θα κοιταχτείς επικριτικά στον καθρέφτη προκειμένου να αναφωνήσεις «βρε, με τί μ@λακίες έσκαγα τόσο καιρό». Το ξέρεις ότι θα το κάνεις, αν δεν το ‘χεις ήδη κάνει…

Το θέμα όμως είναι ότι δε χρειάζεται να φτάσεις σε αυτό το σημείο. Δε χρειάζεται να πας για τα πολλά, προκειμένου να εκτιμήσεις ετεροχρονισμένα-και όταν τελικά τα χάσεις-τα λίγα. Ούτε είναι ανάγκη να καταλήξεις να σιγοτραγουδάς το άσμα του Πορτοκάλογλου «τα είχα όλα μια φορά, μα ήθελα παραπάνω».

Κάποια πράγματα σίγουρα τα αναγνωρίζουμε. Οι συνθήκες αλλάζουν, οι καιροί δυσκολεύουν, τα όνειρα παύουν να είναι τσάμπα. Όμως υπάρχουν κάποιες συνισταμένες που παραμένουν σταθερές. Οι γονείς σου που σε λατρεύουν και σε βάζουν πάνω από όλα. Ο φίλος ή η φίλη που σε αφουγκράζεται και θα έπεφτε ακόμα και στο γκρεμό για σένα. Ο σύντροφος που σε σκέφτεται κάθε πρωί με το που ανοίγει τα μάτια του και κάθε βράδυ λίγο πριν τα κλείσει. Δεν είναι όλα μαύρα, ούτε είναι όλα δεδομένα. Είναι τα μικρά θαύματα της καθημερινότητας που απλά έχουμε επιλέξει να τα αγνοούμε διότι μας φαντάζει ευκολότερο απλώς να μεμψιμοιρούμε και να πνιγόμαστε στα προβλήματά μας.

Όμως, διάολε, αν είναι της μοίρας μας να πνιγούμε, ας δοκιμάσουμε τουλάχιστον πρώτα να κολυμπήσουμε. Και για όσο επιπλέουμε, ας απολαύσουμε το γεγονός ότι νιώθουμε κι αισθανόμαστε. Το χρωστάμε στους εαυτούς μας… Ακόμα περισσότερο, το χρωστάμε σε αυτούς που προτού μας αποχαιρετίσουν πρόωρα, φρόντισαν πρώτα να μας διδάξουν πώς πρέπει να γεύεσαι το νέκταρ της ζωής…