1η Ιουλίου 2010. Ο ΛεΜπρόν Τζέιμς γίνεται free agent και οι φήμες γύρω από το σύλλογο που θα συνεχίσει την καριέρα του οργιάζουν.

Ο ίδιος, στις 8 Ιουλίου του 2010, ανακοίνωσε πως ο επόμενος σταθμός στην καριέρα του θα ήταν οι Μαϊάμι Χιτ καθώς, όπως δήλωσε, θα είχε την ευκαιρία να διεκδικήσει παραπάνω από ένα πρωταθλήματα.

Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι είναι ο μοναδικός παίκτης στην ιστορία του NBA, μετά τον Μόουζες Μαλόουν το 1982, που αποφάσισε να αλλάξει ομάδα όντας MVP.

Τα όσα επακολούθησαν «ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ», μπορούν να χαρακτηριστούν με μία μόνο λέξη. Μίσος. Οι οπαδοί του Κλίβελαντ άρχισαν να καίνε φανέλες, σημαίες και μπρελόκ (!) του άλλοτε ηγέτη της ομάδας τους, δηλώνοντας προδομένοι. Την ίδια στιγμή, οι «αναλυτές» βρήκαν την ευκαιρία να «σταυρώσουν» μέσα από τα ΜΜΕ τον αστέρα των Χιτ, τονίζοντας πως με αυτή του την κίνηση έχασε την ευκαιρία να «μπει στην ίδια πρόταση» με τους Τζόρνταν, Τζόνσον και Μπερντ.

Το σκεπτικό ήταν πως οι μεγάλοι αυτοί αστέρες του παρελθόντος δεν εγκατέλειψαν τις ομάδες τους σε καμία των περιπτώσεων, ακόμα και όταν η κατάκτηση του τροπαίου Larry O’Brien αποτελούσε όνειρο θερινής νυκτός (περίπτωση Τζόρνταν-Πίστονς τη διετία 88-90).

Όντως. Κανένας από αυτούς τους αθλητές-σύμβολα δεν «αλλαξοπίστησε» προκειμένου να στεφθεί πρωταθλητής κόσμου. Μόνο που εδώ υπάρχει μία μικρή παγίδα. Οι πραγματικοί «Big Three» του παγκόσμιου μπάσκετ είχαν ήδη δίπλα τους εκείνους τους παίκτες που θα τους επέτρεπαν όχι μόνο να μεγαλουργήσουν σε ατομικό επίπεδο, αλλά και να κατακτήσουν το πολυπόθητο τρόπαιο.

Ο Μάτζικ Τζόνσον, ο οποίος επελέγη το 1979 από τους Λέικερς, είχε δίπλα του κάποια από τα μεγαλύτερα ονόματα του NBA, όπως ο Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ, ο Μπομπ Μάκαντου, ο Μπάιρον Σκοτ, ο Τζέιμς Ουόρθι και ο Νορμ Νίξον.

Το ίδιο ισχύει και για τον δολοφόνο από την Ιντιάνα. Ο Λάρι Μπερντ, στα δεκατρία χρόνια που «τρομοκρατούσε» τους αντιπάλες άμυνες ως παίκτης των Σέλτικς, είχε δίπλα του παίκτες-θρύλους όπως ο Κέβιν Μακχέιλ, ο Ρόμπερτ Πάρις, ο Νέιτ Άρτσιμπαλντ αλλά και εξαιρετικούς ρολίστες όπως ο Ντένις Τζόνσον.

Όσο για την Αυτού Μεγαλειότης Του, εδώ τα λόγια είναι περιττά. Πίπεν, Κούκοτς, Ρόντμαν, Καρτράιτ και Πάρις είναι κάποια από τα ονόματα των παικτών που στάθηκαν αρωγοί στην προσπάθεια του Τζόρνταν να γίνει ο κορυφαίος καλαθοσφαιριστής όλων των εποχών.

Ο ΛεΜπρόν έπραξε σύμφωνα με τη λογική. Πήγε σε μία ομάδα, απολύτως φερέγγυα, η οποία κάλυπτε τις φιλοδοξίες του. Την ίδια κίνηση είχε πραγματοποιήσει το καλοκαίρι του 1970 ο Όσκαρ Ρόμπερτσον, όταν ένωσε τις δυνάμεις του με τον Λιου Άλτσιντορ (γνωστός και ως Καρίμ Αμπντούλ Τζαμπάρ), κατακτώντας εν τέλει το βαρύτιμο τρόπαιο (τότε είχε την ονομασία Walter A. Brown).

Η παρουσίαση της Τριάδας (Τζέιμς, Ουέιντ, Μπος) από τη διοίκηση των Χιτ ήταν φαντασμαγορική. Ο κόσμος παραληρούσε και το μόνο που απέμενε ήταν η έναρξη του πρωταθλήματος. Όμως, ο τωρινός «Βασιλιάς», υπέπεσε στο μοιραίο ατόπημα της ύβρεως. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης, ο ΛεΜπρόν τόνισε πως οι Χιτ θα «έχτιζαν» τη δική τους δυναστεία, κατακτώντας συνεχόμενα πρωταθλήματα. Όπως γνωρίζουμε όλοι -ή σχεδόν όλοι- η ύβρις πάει πακέτο με τη Νέμεση. Και αυτή έστησε το καρτέρι της στον χαρισματικό φόργουορντ.

Η σεζόν έμοιαζε ιδανική για την παρέα του ΛεΜπρόν (26.7π, 7.5ριμπ, 7ασ). Ολοκλήρωσαν την κανονική περίοδο με ρεκόρ 58-24, πίσω μόνο από τους Σικάγο Μπουλς (62-20). Στα play-offs απέκλεισαν κατά σειρά τους Philadelphia 76ers (4-1), τους Μπόστον Σέλτικς (4-1) και τους Σικάγο Μπουλς (4-1).

Στους Τελικούς περίμεναν οι Ντάλας Μάβερικς του φοβερού και τρομερού Ντιρκ Νοβίτσκι. Ο Γερμανός πάουερ φόργουορντ ήταν εκπληκτικός (MVP των Τελικών) και οδήγησε την ομάδα του στην κατάκτηση του τροπαίου, μέσα στην έδρα των Χιτ, με συνολικό σκορ στη σειρά 4-2.

Ο ΛεΜπρόν είχε δεχθεί το ισχυρότερο χαστούκι στην καριέρα του. Κατάλαβε με τον πλέον άσχημο τρόπο ότι οι δυναστείες δε χτίζονται με λόγια, αλλά με έργα. Η δικαιοσύνη είχε αποδοθεί.

Για ακόμη μία φορά, ο ηγέτης της ομάδας από τη νοτιοανατολική ακτή παρουσιάστηκε απροετοίμαστος μπροστά στη μεγαλύτερη πρόκληση της καριέρας του. Μάλιστα, η στατιστική αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα. Ενώ κάθε χρονιά, στην κανονική περίοδο, η επιθετική συγκομιδή του Λεμπρόν άγγιζε τους 28 πόντους (27.7), στους τελικούς του 2007 και του 2011 οι αριθμοί του κυμάνθηκαν στους 19.9 πόντους ανά παιχνίδι. Παροιμιώδης ήταν η εξαφάνισή του στις τέταρτες περιόδους και των έξι αγώνων της προ διετίας σειράς, όπου έμοιαζε περισσότερο με δευτεροκλασάτο παίκτη του NBDL παρά με τον κορυφαίο (σε ατομικό επίπεδο πάντα) αθλητή στον κόσμο.

Πλέον ο ΛεΜπρόν είχε 0/2 σε Τελικούς, τη στιγμή που ο Τζόρνταν είχε 6/6, ο Μάτζικ 5/8, ο Κόμπε 5/7 και ο Μπερντ 3/5. Άλλωστε, αυτό που ξεχωρίζει τους εξαιρετικούς παίκτες από τους Θρύλους είναι τα πρωταθλήματα. Και ο ΛεΜπρόν μέχρι εκείνη τη στιγμή βρισκόταν πάρα πολύ πίσω στη σύγκριση ακόμα και με παίκτες όπως οι Μόουζες Μαλόουν και Όσκαρ Ρόμπερτσον (από ένα πρωτάθλημα έκαστος).

Στο επόμενο: Η στέψη και η καθιέρωση

Διαβάστε επίσης: ΛεΜπρόν Τζέιμς: Τα πρώτα χρόνια του «Εκλεκτού»

Σχετικά άρθρα