Η Ναυσικά Σταυρίδου αναμφίβολα είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στο γυναικείο μπάσκετ. Ξέρετε πολλές καθηγήτριες του Πολυτεχνείου να σουτάρουν, σκρινάρουν, πασάρουν, παίρνουν ριμπάουντ, κάνουν κλεψίματα στο παρκέ;
Άκρως «δημοσιογραφική», μιλάει πάντα με επιχειρήματα και αναλυτικά. Πραγματικά χαίρεσαι την κουβέντα μαζί της. Στην συνέντευξη που μας έδωσε μιλάει για το ξεκίνημά της στα δέκα της χρόνια, την πορεία της στο άθλημα, τους τραυματισμούς της, τις επιλογές στην καριέρα της, για το ποια θέση θα ήθελε να της εμπιστευτεί ένας προπονητής και για το παρόν και μέλλον του γυναικείου μπάσκετ στην Ελλάδα.
Το ξεκίνημα και ο ξενιτεμός
Πώς ξεκίνησε το άθλημα που την κέρδισε η Ναυσικά; Πώς βρέθηκε να παίζει μπάσκετ στον …. Βόρειο Πόλο; Τι θυμάται από τους δύο σοβαρούς τραυματισμούς που είχε; Η διεθνής guard μας εξιστορεί το ξεκίνημα, την πρόοδο και το ταξίδι στην πόλη που ίδρυσε ο Γουστάβος Αδόλφος της Σουηδίας!
– Ναυσικά, είσαι πολλά χρόνια στο χώρο του γυναικείου μπάσκετ. Ξεκίνησες από την ΜΕΝΤ, έχεις περάσει απ’ όλες τις ομάδες της Θεσσαλονίκης, είσαι και διεθνής παίκτρια. Όταν ξεκινούσες το μπάσκετ, δέκα χρονών, είχες ποτέ φανταστεί ότι θα έφτανες έως εδώ; Και αλήθεια, πώς προέκυψε το μπάσκετ;
«Σίγουρα όχι! Από εκείνη την ηλικία το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ήμουν ένα παιδί που έπαιζε με μια μπάλα, με όποιον τρόπο. Το ξεκίνημα με το μπάσκετ δεν ήταν παρότρυνση της μητέρας μου, που ήταν παλιά αθλήτρια του μπάσκετ. Είχαμε πάει στο γήπεδο της ΜΕΝΤ, που ήταν το πιο κοντινό στο σπίτι μου κλειστό γυμναστήριο. Παρακολουθήσαμε έναν αγώνα μπάσκετ και έναν αγώνα βόλεϊ. Με ρώτησε λοιπόν η μητέρα μου «Παρακολούθησες και τα δύο. Ποιο σ’ αρέσει περισσότερο να ξεκινήσεις;». Εγώ, έχοντας παρακολουθήσει και τα δύο, δεν καταλάβαινα και πολλά πράγματα τότε, δεν έβλεπα μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Οπότε ρώτησα την μητέρα μου «εσύ τι έπαιζες;». Μου απάντησε μπάσκετ και έτσι ξεκίνησα το μπάσκετ στην ΜΕΝΤ. Ως παιδί δεν φανταζόμουν ότι θα κάνω καριέρα. Απλά χαιρόμουν να παίζω. Περίμενα να έρθει το Σαββατοκύριακο για να πάω να παίξω. Προπονητής και υπεύθυνος ακαδημιών ήταν ο Γκάρι Αριουτιόνωφ, ο μόνος προπονητής που έχει πάρει πρωτάθλημα γυναικών με ομάδα της Βόρειας Ελλάδας, τον Απόλλωνα Καλαμαριάς (την περίοδο 1991-1992), ο οποίος μαζί με τον Βασίλη Χαραλαμπίδη με είχαν από τα 10 μου μέχρι τα 15. Όχι από την πρώτη αλλά από την δεύτερη χρονιά, πήγαινα το πρωί και έκανα προπόνηση με την ομάδα, μετά συνέχιζα με την προπόνηση των αγοριών, μετά με το μεγαλύτερο γκρουπ των 15-18, των κοριτσιών και των αγοριών . Μου άρεσε που έπαιζα συνέχεια και πιστεύω ότι αυτό με βοήθησε πάρα πολύ και μετά εξελίχτηκα».
– Πώς προέκυψε η Σουηδία και η συμμετοχή σου στο Σουηδικό πρωτάθλημα με την ομάδα της Λουλέα;
« Η Σουηδία, όπως αποδείχθηκε και σε επίπεδο Εθνικών ομάδων, είχε καλό μπάσκετ, είχε κερδίσει μάλιστα κάνοντας την μεγάλη έκπληξη στο πανευρωπαϊκό την Ισπανία, ενώ και το πρωτάθλημά της είναι ανταγωνιστικό. Τότε έκανα το διδακτορικό μου και δούλευα πάνω σ’ ένα πρόγραμμα, στο οποίο είχα κάποιες δυσκολίες. Δυστυχώς δεν υπήρχε τέτοια ιδιαίτερη γνώση εδώ, στο Αριστοτέλειο. Από τις επιλογές που προέκυψαν στο εξωτερικό, σε πόλεις της Αγγλίας, της Γερμανίας και της Σουηδίας, ανακάλυψα πως μόνο στην Σουηδία υπήρχε στην ίδια πόλη πανεπιστήμιο και ομάδα μπάσκετ γυναικών στην πρώτη κατηγορία! Και μάλιστα όχι στην Στοκχόλμη αλ
λά …στον Βόρειο Πόλο! Στη Λουλέα ή Λούλεο όπως το λένε στα Σουηδικά, τα οποία είναι πολύ δύσκολη γλώσσα για να τη μάθεις. Έκανα μαθήματα δύο -τρεις φορές την εβδομάδα και τελικά έφτασα στο σημείο να καταλαβαίνω τι λένε στην ομάδα, στο γήπεδο».
– Στην καριέρα σου είχες όμορφες αλλά και δυσάρεστες στιγμές. Ποια είναι η πιο ευχάριστη και ποια η πιο δυσάρεστη; Να υποθέσω ότι ο τραυματισμός σου στο ζυγωματικό στη Σουηδία ήταν η πιο δυσάρεστη;
«Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ανάμεσα στους δύο μου τραυματισμούς ποια ήταν η πιο δυσάρεστη στιγμή. Όταν έπαθα το κάταγμα στο ζυγωματικό ήμουν στην Σουηδία, μόνη σε μια ξένη χώρα. Τελικά αποφάσισα και ήρθα να εγχειριστώ στην Ελλάδα. Ήταν μια σαφώς πολύ δυσάρεστη στιγμή, αλλά δεν υπάρχει αποθεραπεία. Απλά περιμένεις να περάσει η χρόνος που απαιτείται. Επέστρεψα νωρίτερα από τα play offs στη Σουηδία. Αντίθετα, με τον χιαστό έπαθα σοκ στην αποθεραπεία. Για πρώτη φορά αισθάνθηκα ότι δεν μπορούσε το σώμα μου ν’ ανταποκριθεί. Θυμάμαι, πήγα να κάνω βάρη και το πόδι μου έτρεμε στα πέντε κιλά! Δεν μπορούσα. Εγώ που πριν έκανα πολλά κιλά! Ξεκίνησα σιγά – σιγά ένα κιλό, μετά δύο. Ήταν όπως όταν κάποιος ξεκινάει από την αρχή να μαθαίνει να περπατάει. Αυτή μου έχει μείνει, τελικά, ως η πιο δυσάρεστη στιγμή, ενώ ως πιο ευχάριστη σαφώς θα έλεγα ότι είναι η τέταρτη θέση με την Εθνική Νέων Γυναικών το 2005 στο Πανευρωπαϊκό. Αισθανόμασταν σαν να είχαμε πάρει μετάλλιο. Ωφέλησε και πολλές κοπέλες με την απ’ ευθείας εισαγωγή τους στα ΑΕΙ. Αλλά και η πορεία με το Ρύσιο στο κύπελλο. Ήμασταν η «σταχτοπούτα» της διοργάνωσης και φτάσαμε στον τελικό με το Ελληνικό. Η δυναμική των δύο ομάδων σ’ εκείνο το παιχνίδι ήταν η ίδια και θα μπορούσαμε μ’ ένα σουτ να είχαμε πάρει εμείς το κύπελλο. Στο τέλος αισθανόμασταν σαν να το είχαμε κατακτήσει εμείς. Έχω ζήσει πολλές όμορφες στιγμές στο μπάσκετ, αλλά ξεχωρίζω αυτές τις δύο. Πάντως άσχημες στιγμές, ήττες στον αθλητισμό δεν θυμάμαι. Τις έχω ξεχάσει! Έχω φαίνεται έναν μηχανισμό που τις σβήνει».
Αυτοκριτική και προτιμήσεις
Ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για οποιαδήποτε παίκτρια, σημασία έχει και τι πιστεύει η ίδια για τον εαυτό της. Ώρα αυτοκριτικής για την Ναυσικά αλλά και τις προτιμήσεις της για το μπάσκετ. Επίσης για ποιον λόγο δεν την έχουμε δει να παίζει με την φανέλα Αθηναϊκής ομάδας .
– Βλέποντας την Ναυσικά να παίζει, πώς σου φαίνεται ως παίκτρια ;
«Καλή είναι! Έχει πολύ καλό drive, καλό σουτ, κάνει πολλές δουλειές στο γήπεδο, παίζει καλή άμυνα. Έχω κουβαλήσει αρκετές ομάδες σε σκοράρισμα και οργάνωση. Δεν έτυχα σε ομάδα πρωταθλητισμού βέβαια. Αν θέλεις ως μειονέκτημα θα έλεγα ότι κάποιες στιγμές στην επίθεση, επειδή κρατάω πολύ την μπάλα, κάνω αρκετά λάθη, κάνω τις λάθος επιλογές. Βιαστικές επιλογές θα έλεγα. Θα ήθελα να έχω περισσότερη ηρεμία σ’ αυτές τις περιπτώσεις».
– Μου έχεις πει ότι σου αρέσει να διαβάζεις τον αντίπαλο μέσα στο γήπεδο. Αν θεωρητικά βρισκόταν ένας προπονητής και σε καθιέρωνε ως play maker, θα σου άρεσε ;
«Ναι! 200%. Η θέση του playmaker είναι αυτή που αγαπώ περισσότερο. Κατά συνθήκη, στις ομάδες που έχω παίξει δεν είναι το ότι έχω κατεβάσει δέκα φορές την μπάλα, αλλά ότι σε επίπεδο δημιουργίας αυτός ήταν ο ρόλος μου. Θυμάμαι μια χρονιά στην Πτολεμαΐδα, play maker ήταν η Έλενα Παπαδημητρίου, που έσπασε τον καρπό της στην αρχή της σεζόν και έλειψε δύο μήνες. Οπότε ο προπονητής μου με τράβηξε τότε από το “2” στον “1” και ήμουν μέχρι να επιστρέψει η Έλενα ο άσσος της ομάδας. Οπότε φυσικά και θα δεχόμουν και θα δοκίμαζα».
– Τι μπάσκετ σου αρέσει να παίζεις; Γρήγορο ή σετ ;
«Αυτό που κερδίζει! Εξαρτάται, αν έχω συμπαίκτρια μια πολύ καλή ψηλή, θα προτιμήσω το σετ. Αν είμαστε ομάδα με ταλέντο στο γρήγορο παιχνίδι, σαφώς το γρήγορο. Πάντως μου αρέσει και είμαι καλή στην λήψη αποφάσεων στον αιφνιδιασμό».
– Εάν σε ρωτάγανε τι θα πρέπει να βελτιώσεις στο παιχνίδι σου, τι θα ήθελες να βελτιώσεις και τι χρειάζεται να βελτιώσεις, τι θα έλεγες; Είπες βεβαίως το να μην βιάζεσαι, που είναι θέμα περισσότερης ηρεμίας. Πιστεύεις ότι τεχνικά ή αθλητικά χρειάζεσαι κάπου βελτίωση;
Σίγουρα. Μπορεί και σε όλα. Δεν υπάρχει αθλητής που να πει να αυτό το κάνω τέλεια, δεν υπάρχει τελειότητα. Οπότε, όλα χρειάζονται προπόνηση. Για το κάτι παραπάνω θεωρώ, ας πούμε, ότι το σουτ από μέση απόσταση μετά από ντρίπλα είναι αυτό που διαχωρίζει τους εξαιρετικούς παίκτες από τους πολύ καλούς. Αυτό είναι ένα κομμάτι που θα ήθελα να το βελτιώσω. Δηλαδή είναι συνθήκες που ενώ θα μπορούσα να μπω για drive, θέλω να μπορώ να σταματήσω και να σουτάρω από μέση απόσταση. Όχι ότι δεν μπορώ να το κάνω, είναι θέμα να είναι πιο αποτελεσματικό».
– Άρα αν σου γινόταν πρόταση από Ισπανία και μπορούσες να συνδυάσεις την ακαδημαϊκή σου εργασία εκεί, θα υπέγραφες με κλειστά μάτια ;
«Αν μπορούσα να ανταπεξέλθω ΝΑΙ. Δεν έχω εμπειρία από Ισπανική ομάδα. Τις αντιμετωπίσαμε από τις μικρές Εθνικές μέχρι την μεγάλη και έτρεχαν επί σαράντα λεπτά. Παίζουν συνεχώς γρήγορα αυτές. Αυτό είναι ένα στυλ παιχνιδιού που το διδάσκονται από μικρή ηλικία και έχει γίνει βίωμά τους. Δεν ξέρω πόσο εύκολα και γρήγορα μπορείς να προσαρμοστείς σε αυτό το στυλ σε πιο μεγάλη ηλικία. Θα το δοκίμαζα πάντως αν μου γινόταν μια τέτοια πρόταση».
-Σου έχει γίνει πρόταση από Αθηναϊκή ομάδα;
«Ναι, βέβαια. Αλλά δεν είναι εύκολο να συνδυάσω την δουλειά μου στο Αριστοτέλειο με ομάδα Α1 στην Αθήνα. Στην Θεσσαλονίκη, θυμάμαι, έπαιζα στο Ρύσιο και σε είκοσι λεπτά ήμουν στο Πανεπιστήμιο. Στην Αθήνα αν π.χ. παίζεις σε μια ομάδα στα νότια, θέλεις ώρες το μεσημέρι για να πας μέχρι του Ζωγράφου στην Πολυτεχνειούπολη. Καμία σχέση με πάνω. Και γι’ αυτό όταν μου έγινε η πρόταση και επειδή δεν γινόταν να το συνδυάσω με την Ακαδημαϊκή μου εργασία, δεν δέχτηκα».
Τι στυλ ταιριάζει στην Ελληνίδα μπασκετμπολίστρια !
Δεν μιλάμε για φούστα ,μπλούζα και γόβες… Για μπάσκετ μιλάμε. Η Ναυσικά έχει παίξει και στο εξωτερικό, είναι σκεπτόμενη γυναίκα και μπασκετμπολίστρια, άρα έχει άποψη και προφανώς θέλουμε να την ακούσουμε
Ποιο στυλ μπάσκετ ταιριάζει καλύτερα στην Ελληνίδα μπασκετμπολίστρια ;
«Θα έλεγα αυτό που παίζει η Εθνική ομάδα. Ο τρόπος που αγωνίζεται η Εθνική ταιριάζει καλύτερα. Βασίζεται πάντα στην σκληρή και καλή άμυνα. Αυτό χαρακτηρίζει τις ομάδες που είναι κοντές π.χ. το Ισραήλ. Είναι κοντή ομάδα και παίζει σκληρή, δυνατή άμυνα και είναι αγωνίστριες από το πρώτο λεπτό ως το 40’. Στην δική μας περίπτωση λείπουν οι παραδοσιακές ψηλές παίκτριες. Είναι θέμα γονιδιακό; Φταίει ότι βιαζόμαστε αγνοώντας το ότι το ψηλό κορμί χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να φτάσει σε επίπεδα αξιόμαχα. Δηλαδή μετά τα 22 αρχίζει να δείχνει τι μπορεί να κάνει. Η ψηλή παίκτρια χρειάζεται την διπλάσια δουλειά και προπόνηση για να συναρμοστεί το κορμί της. Και βέβαια χρειάζονται και οι κατάλληλοι προπονητές με την κατάλληλη τεχνογνωσία για να τις βοηθήσουν. Δεν έχουμε την δυνατότητα να μπορούμε να διαλέξουμε από είκοσι κοπέλες του 1.95 τις καλύτερες. Είναι χαρακτηριστικό του λαού μας. Πληθυσμιακά το ποσοστό των πολύ ψηλών γυναικών είναι μικρό σε εμάς. Δεν έχουμε τις ψηλότερες γυναίκες στην Ευρώπη. Δεν μπορούμε να συναγωνιστούμε τις Τσέχες, τις Ρωσίδες, γενικά τις πιο πολλές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες. Και από τη δύση τις Γερμανίδες και βέβαια έχουμε και τις Γαλλίδες που, λόγω του αποικιακού, έχουν πολλές μαύρες παίκτριες. Εκεί μιλάμε για άλλο μυϊκό σύστημα που δεν μπορείς να το ανταγωνιστείς. Αυτά τα αβαντάζ δεν τα έχουμε».
– Στο ποδόσφαιρο, η Εθνική ομάδα κατέκτησε το 2004 το Euro παίζοντας κατ’ αρχάς πολύ καλή άμυνα. Επίσης, στο πόλο οι επιτυχίες τόσο των Εθνικών ομάδων ανδρών και γυναικών όσο και σε συλλογικό επίπεδο του Ολυμπιακού έχουν βασιστεί στην «γρανιτένια» άμυνα. Άρα μήπως είναι η άμυνα κομμάτι του αθλητικού μας dna ;
«Αυτό είναι ένα κομμάτι. Στο τελευταίο Ευρωμπάσκετ η Εθνική έπαιξε πολύ ελκυστικό μπάσκετ. Υπάρχουν παίκτριες με εξαιρετική ποιότητα στο επιθετικό μπάσκετ και λείπουν και κάποιες. Στις θέσεις 3-4 είμαστε πολύ δυνατές και θεωρώ ότι η γραμμή των forward είναι από τις καλύτερες στην Ευρώπη. Η Εβίνα (Μάλτση) στην περιφέρεια είναι εξαιρετική σουτέρ. Οπότε έχουμε όπλα και στην επίθεση».
Basketmaniac ? Oh Yes !!!
– Θεωρείς τον εαυτό σου basketmaniac, basketballholic;
«Ναι, είναι η αλήθεια».
– Δηλαδή, έχεις πάει διακοπές τον Αύγουστο δέκα μέρες με την παρέα σου. Μετά, λοιπόν, το απογευματάκι έχετε φάει, έχεις κάνει το μπάνιο σου κ.λ.π., και κάνεις μία βόλτα και ξαφνικά περνάς από κάπου και είναι μια μπασκέτα και ακούς ντουπ – ντουπ και είναι τρία πιτσιρίκια. Τι κάνεις, προσπερνάς ή μπαίνεις μέσα για να παίξετε ένα γρήγορο δύο στα δύο;
«Όχι, δεν θα το έκανα ποτέ. Μπάσκετ έχω συνηθίσει να παίζω στα πλαίσια της ομάδας και σε συνθήκες, οι οποίες είναι λίγο, δεν θα το πω επαγγελματικές, αλλά αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο το απολαμβάνω, δηλαδή να είναι με κάποιες αρχές, με κάποιους κανόνες και με μια συγκεκριμένη σοβαρότητα κ.λ.π. γιατί σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι χαβαλές. Το παίρνω στα σοβαρά. Οπότε, όχι δεν θα έμπαινα».
– Σε μια αντίστοιχη ερώτηση το 2005, ο Γιώργος Καραγκούνης είχε πει το εξής, ότι εάν έξω από το σπίτι μου είναι δύο παιδάκια, τα οποία κλωτσάνε ένα άδειο κουτί coca cola, θα πεταχτώ με τη σαγιονάρα και θα βάλω τον ένα τέρμα και εγώ με τον άλλο θα παίξουμε άμυνα – επίθεση.
«Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας το απολαμβάνει. Δηλαδή δεν απολαμβάνω το να είναι χαλαρές οι άμυνες και να το κάνω αυτό για χαβαλέ. Μου αρέσει να είναι ανταγωνιστικό και να είναι ότι θα κερδίσουμε κ.λ.π. Αυτό σημαίνει πιο οργανωμένη μορφή τέλος πάντων, με αθλητές/ αθλήτριες που έχουμε ένα κοινό κώδικα επικοινωνίας, αυτό είναι στο οποίο βρίσκω ομορφιά εγώ».
Κανείς δεν ξέρει το μέλλον. Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον πώς βλέπει το αύριο του Ελληνικού γυναικείου μπάσκετ και της Εθνικής ομάδας … μια καθηγήτρια του Πολυτεχνείου.
– Η αλήθεια είναι ότι η Εθνική γυναικών βιώνει μια ευτυχή συγκυρία. Υπάρχει ταυτόχρονα η δική σας γενιά, η πιο πριν και η πιο μετά. Αυτές οι φουρνιές παικτριών έχουν και πολύ ταλέντο, οπότε πράγματι η Εθνική μπορεί να παίξει ελκυστικό μπάσκετ. Παλιότερα στην Εθνική υπήρχαν μια – δύο τόσο ποιοτικές παίκτριες, αλλά οι υπόλοιπες υστερούσαν. Επειδή το ελκυστικό μπάσκετ προϋποθέτει ταλέντο, πιστεύεις ότι οι γενιές παικτριών που έρχονται, τώρα είναι κορασίδες, θα έχουν το αντίστοιχο ταλέντο ώστε να παίξει και στο μέλλον η Εθνική τέτοιο μπάσκετ;
« Υπάρχει ταλέντο στις μικρές. Στα Ευρωπαϊκά πρωταθλήματα που συμμετέχουν, β’ κατηγορίας μεν, διακρίνονται δε στο επιθετικό κομμάτι κάποια κορίτσια. Δηλαδή στο σκοράρισμα, στις ασσίστ, βγαίνουν mvp του τουρνουά. Αν αυτό το ταλέντο συνοδευτεί από σκληρή και μεθοδική δουλειά, πιστεύω ότι κάποια απ’ αυτά τα κορίτσια μπορούν να βρεθούν στην μελλοντική Εθνική γυναικών. Με την τεχνολογία που υπάρχει πλέον και το ίντερνετ μπορούν πολύ πιο εύκολα να φύγουν στο εξωτερικό. Θυμάμαι όταν εγώ είχα πάει Αμερική με το σχολείο, δεν υπήρχε η δυνατότητα να δω στο ίντερνετ πώς είναι το camp. Έπρεπε να μιλήσω τηλεφωνικά με τον προπονητή και να βρούμε κάποια βιντεοκασέτα για δούμε πώς παίζει η άλλη ομάδα. Τώρα μιλάνε μέσω Skype, μπαίνεις στο ίντερνετ και βλέπεις ό,τι αναζητάς. Εξάλλου, ένα παιδί 18 χρονών που θα φύγει πώς θα μιλάει με τους γονείς του; Με γράμμα; H εξέλιξη έχει βοηθήσει και έχουν φύγει αρκετά κορίτσια στο εξωτερικό. Παλιότερα έφευγαν ελάχιστες, μια- δυο, τώρα και πολλά κορίτσια σπουδάζουν και παίζουν στην Αμερική αλλά και πολλές παίκτριες παίζουν σε ξένα πρωταθλήματα. Τεστάρουν τον εαυτό τους με συνομήλικες ξένες. Αν αυτό συνδυαστεί με σκληρή δουλειά, θα υπάρξουν ποιοτικές παίκτριες και στο μέλλον. Υπάρχουν και ψηλά κορίτσια πλέον, τόσο που αρχίζω να αισθάνομαι κοντή!».
– Μόνο περίπου το 20% από τα ψηλά κορίτσια καταλήγει στο μπάσκετ. Το υπόλοιπο πάει στο βόλεϊ. Τι πρέπει να γίνει για ν’ αλλάξει αυτό το ποσοστό ;
«Αυτό που πρέπει εμείς να κάνουμε είναι να προβάλλουμε το μπάσκετ όσο περισσότερο μπορούμε. Να είναι επίσης το γυναικείο μπάσκετ όσο πιο ελκυστικό γίνεται ώστε να «αναγκάσει» όσο περισσότερα κορίτσια και γονείς γίνεται ν’ ασχοληθούν με το μπάσκετ».
– Μήπως θα πρέπει και το γυναικείο μπάσκετ να πάει στα μικρά κορίτσια; Να πάει στα σχολεία να τα συναντήσει;
«Δεν θα μιλήσω γενικά. Στον δικό μας δήμο γίνονται δράσεις από τον σύλλογο. Εγώ, λόγω εργασίας, δεν έχω συμμετάσχει αλλά πολλές συμπαίκτριές μου είχαν κληθεί σε σχολεία, προσκάλεσαν τα παιδιά σε αγώνες μας, γενικά θα έλεγα ότι έγιναν σωστές κινήσεις και φάνηκε στις ακαδημίες του Παναθλητικού που γέμισαν με κορίτσια».
– Από σωματότυπους τι γίνεται με τα κορίτσια στις ακαδημίες ;
«Δεν θα έλεγα ότι είναι θετικά τα πράγματα σε αυτό, αλλά γενικότερα θα έλεγα ότι, επειδή κάνουν αγώνες και φιλικά με άλλες ακαδημίες, είδα από κοντά αρκετά κορίτσια. Βρέθηκα σε κάποιους αγώνες και αισθανόμουν κοντή δίπλα σε κορίτσια 13 -14 ετών! Από την στιγμή που μαζεύονται τα κορίτσια είναι στο δικό μας χέρι να τα κρατήσουμε. Είναι θέμα δουλειάς, σκληρής δουλειάς. Εφόσον γίνει, τα αποτελέσματα δικαιώνουν την παίκτρια. Όταν κάνεις κάτι και σου αρέσει, μένεις σ’ αυτό
– Χρειάζεται και επιτυχίες της Εθνικής γυναικών και κάποιου, ενδεχομένως, συλλόγου που θα λειτουργήσουν ως «κράχτες»; Δηλαδή, θα σου θυμίσω, ότι το «μπαμ» το μεγάλο στο ανδρικό έγινε το ’87. Υπήρχε μπάσκετ και πιο πριν. Χρειάζεται κάτι τέτοιο; Χάθηκε, δηλαδή, η ευκαιρία με τον Αθηναϊκό τότε, το να κάνει δηλαδή το μπάσκετ πρώτη επιλογή στα νέα κορίτσια;
«Ναι, ενδεχομένως αυτή η ευκαιρία χάθηκε. Βέβαια, σε επίπεδο όμως Εθνικής γυναικών, τα τελευταία χρόνια είμαστε από επιτυχία σε επιτυχία. Μέσα σε οκτώ χρόνια είναι δεύτερη φορά στο Παγκόσμιο. Αυτό λέει κάτι. Τώρα από εκεί και πέρα, η προβολή που πρέπει να έχει το γυναικείο μπάσκετ είναι ένα μεγάλο ζήτημα, για το οποίο γκρινιάζουμε αλλά αποτέλεσμα δεν έχουμε φέρει ακόμα. Εμένα μου άρεσε πάρα πολύ που πέρσι λόγω του χιαστού ήμουν και εγώ συντονισμένη στην τηλεόραση και παρακολουθούσα τα παιχνίδια. Ήταν στιγμές μεγάλης χαράς, πέρα από το να βλέπω τις συμπαίκτριές μου να παίζουν καλά, να κερδίζουν και να διακρίνονται. Ήταν πάρα πολύ σημαντικό το ότι έβλεπα ανθρώπους που γνωρίζουν ότι παίζω μπάσκετ να έρχονται και να μου λένε «… είδαμε την μία, την άλλη, την τάδε, αυτήν δεν την ξέραμε…». Δηλαδή ξαφνικά ο κόσμος άρχισε να ασχολείται με την Εθνική γυναικών, η οποία κάνει επιτυχία και να μαθαίνει τα ονόματα. Μπήκε τέλος πάντων το γυναικείο μπάσκετ στα σπίτια μας. Αλλά αυτά τα πράγματα στην μνήμη μας διαρκούν μόνο κάποιες μέρες. Γιατί, όπως λένε, σε επίπεδο ψυχολογίας το θετικό ή αρνητικό σοκ διαρκεί τρεις μέρες. Όχι ότι σβήνει η επιτυχία, αλλά σβήνει στην μνήμη του κόσμου γιατί έρχεται το επόμενο ερέθισμα, το οποίο μπορεί να είναι το οτιδήποτε. Βομβαρδιζόμαστε από πληροφορίες, οπότε θεωρώ ότι θα πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο, δηλαδή μια εβδομαδιαία προβολή αγώνων του Ελληνικού πρωταθλήματος».
Ένα από τα ζητήματα του γυναικείου μπάσκετ είναι η θεαματικότητα. Πολλοί υποστηρίζουν ότι μόνο αυτό λείπει σε σχέση με το ανδρικό. Η Ναυσικά τι πιστεύει άραγε;
– Χρειάζεται να γίνει το γυναικείο μπάσκετ και πιο θεαματικό;
«Ναι».
– Το έχω συζητήσει πολύ και είναι κάθετη σε αυτό η Ελένη Καπογιάννη. Πιστεύει ότι θα μπορούσε να κατέβει η μπασκέτα στο 2.95 έτσι ώστε να γίνονται και πέντε καρφώματα μέσα σε κάθε παιχνίδι και να ανεβεί το θέαμα. Εξάλλου παίζουνε και με μικρότερη μπάλα. Έτσι θα αναγκάσουμε, λέει, τις εβδομαδιαίες εκπομπές να δείξουν και τέσσερις καλές φάσεις από το γυναικείο μπάσκετ μέσα στις δέκα καλύτερες, και να μην δείχνουν μόνο δέκα καρφώματα των αντρών.
«Αν δούμε το top ten του προηγούμενου Ευρωμπάσκετ, περιλαμβάνει δέκα εξαιρετικές φάσεις και στων αντρών, που δεν είναι απαραίτητο ότι θα είναι και τα δέκα καρφώματα. Υπάρχουν πολλές ομορφιές στο μπάσκετ. Τον κόσμο θα τραβήξει το κάρφωμα και το τρίποντο, αλλά η ασσίστ δεν τον τραβάει, είναι αντιεμπορική, μολονότι έχει τρομερή ομορφιά. Αυτό, βέβαια, πες το στον playmaker να δεις τι θα πει. Ούτε και στην Ευρωλίγκα, νομίζω, είναι το κάρφωμα το πρόβλημα. Για εμένα είναι ένα έξτρα κόστος το να μπορεί να προσαρμόζεται το ύψος της μπασκέτας σε κάθε γήπεδο και να υπάρχει άνθρωπος, ο οποίος το προσαρμόζει μέχρι και στο τελευταίο γήπεδο της χώρας, αλλά και σε Πανευρωπαϊκό επίπεδο, γιατί μια τέτοια απόφαση δεν θα την πάρουμε στην Ε.Ο.Κ., αλλά στην FIBA. Είναι κάτι που σαφέστατα δεν ξεκινάει από την Ελλάδα».
– Βέβαια, είναι και το εξής, όμως, ότι δεν είμαστε WNBA, στο οποίο έχουν κάθε εβδομάδα το top ten των δέκα καλύτερων καρφωμάτων, και δύσκολα θα γίνουμε, εάν γίνουμε ποτέ. Αλλά δεν πρέπει να γίνει πιο θεαματικό το Ελληνικό γυναικείο μπάσκετ;
«Αναμφισβήτητα. Τώρα δεν ξέρω εάν μπορώ να το πω, αλλά στο “3 on 3”, με το οποίο έχω τελευταία ασχοληθεί λόγω του ότι θα πηγαίναμε στα προκριματικά, το γυναικείο είναι πραγματικά εξίσου θεαματικό όπως το αντρικό μολονότι δεν έχει κανένα κάρφωμα. Αφού το καλό σουτ ή το μακρινό σουτ, μια όμορφη κίνηση, είναι εξίσου θεαματικά. Εγώ δεν θεωρώ ότι οι γυναίκες είμαστε έτοιμες κινητικά αυτή την στιγμή, και ως εκ τούτου δεν έχουμε μάθει να καρφώνουμε. Τα αγόρια στα δεκαπέντε τους έχουν ήδη ξεκινήσει. Ο σημερινός δεκαπεντάχρονος, που σε πέντε χρόνια θα γίνει ο εικοσάχρονος που θα παίζει ενδεχομένως στην Α1, με κάποιο σχετικό ταλέντο, έχει μάθει, έχει προσπαθήσει από μικρός να κάνει αυτό. Για να φθάσουμε εμείς να δούμε αυτό το καλό κάρφωμα στην Α1 γυναικών, θα μας πάρει, άμα αλλάξουμε σήμερα τις μπασκέτες, πολύ παραπάνω από δύο – τρία χρόνια. Η Στέλλα (Καλτσίδου) έχει καρφώσει στο all star game με μικρότερη μπάλα σε κανονική μπασκέτα, δεν είναι όμως απαραίτητο ότι μπορούμε να το κάνουμε και μέσα σε φάση. Κινητικά αυτό δεν το έχουμε συνηθίσει να γίνεται, δηλαδή με άμυνα μέσα στην φάση να κάνω μια κίνηση και να πάω να καρφώσω. Είναι πια αυτό τόσο ελκυστικό; Δηλαδή αντί να κάνω lay up μόνη στον αιφνιδιασμό, να πάω να καρφώσω; Δεν είμαι και σίγουρη. Εμένα μια έξυπνη assist πιο πολύ μου αρέσει».
– Εντελώς μπασκετικά, δύο πόντους μετράει το ένα δύο και το άλλο.
«Για εμένα, μία έξυπνη assist, μία πάσα, η οποία λέω τώρα από πού πέρασε ή ένα πολύ μακρινό σουτ με άμυνα θα μου άρεσε πολύ περισσότερο από το να είμαι μόνη μου με το καλάθι και να πω ότι θα μπορούσα να καρφώσω. Αυτό, το οποίο πραγματικά θα ήταν ελκυστικό, θα ήταν να καρφώσω μετά από μια πάρα πολύ καλή κίνηση που θα αποφύγω τον αμυντικό και θα καρφώσω ενδεχομένως με άμυνα. Αυτό, κάθε μία που θα είχε το κατάλληλο ύψος και το κατάλληλο άλμα, θα πρέπει να το διδαχθεί για να μπορέσει να το κάνει και να μπορέσει να ξεπεράσει τον φόβο του να το κάνει με άμυνα. Γιατί πόσες φορές έχει πάει κάποιος αθλητής και έχει καρφώσει ή τον έχει κόψει κάποιος και έχει χτυπήσει άσχημα; Δηλαδή είναι μια διαδικασία στην οποία πρέπει να ξεπεράσεις κάποιους ψυχολογικούς φραγμούς για να μπορέσει να έχει αποτέλεσμα και να φθάσει να γίνει top ten. Θεωρώ ότι είμαστε λίγο μακριά από αυτό».
– Άρα πώς θα το κάναμε περισσότερο ελκυστικό; Πιο γρήγορο passing, πιο πολλά, εύστοχα μακρινά σουτ;
«Ναι, και τα δύο. Τώρα ήδη με αυτό το έξτρα βηματάκι, ας πούμε, το οποίο για αιώνες ήταν στην Ελλάδα «βήματα» και πλέον επιτρέπεται. Ήδη όταν αυτό αρχίζει και μπαίνει στις κινήσεις των παικτριών θα αρχίσει να δίνει παραπάνω στην αποφυγή του αντιπάλου. Βγαίνουν πολύ όμορφες φάσεις. Δηλαδή όπως και τα flotter shots, τα οποία δεν υπήρχαν πριν από πέντε και δέκα χρόνια, τώρα ξαφνικά επειδή το έχουμε διδαχθεί και βλέπω ότι είναι ήδη μέσα στις κινήσεις που μαθαίνουν τα νέα παιδιά. Τα νέα κορίτσια που το διδάσκονται όταν θα είναι γυναίκες, θα είναι πολύ πιο έτοιμες να το εκτελέσουν σε αγώνα.»
Φαντάζεστε την κόουτς Ναυσικά; Ας απαντήσει η ίδια καλύτερα.
– Θα παίξεις άλλα δεκαπέντε, είκοσι, σαράντα χρόνια μπάσκετ – η Εβίνα έχει πει ότι θα παίζει μέχρι το εξήντα πέντε της. Σταματάς και εσύ κάποια στιγμή στα ‘εβδομήντα τέσσερα’, και πες μου το εξής: συνεχίζεις να ασχολείσαι με το μπάσκετ από άλλο πόστο ή το ξεγράφεις; Και εάν ναι, από πιο πόστο θα ήθελες;
«Δύσκολο να το απαντήσω, γιατί είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι, θεωρώ, μια άλλη πνευματική διεργασία εκατό τα εκατό γιατί έχω συνηθίσει σαν αθλήτρια το ότι δεν θέλω να χάνω, θέλω να κερδίζω, θέλω να αγωνίζομαι και αυτό να είναι μέσα στις γραμμές του γηπέδου. Μπορώ να προετοιμαστώ όσο καλύτερα γίνεται απ’ έξω, αλλά ή μάχη είναι μέσα. Και σε αυτή την μάχη, στο αποτέλεσμά της, συμβάλλω. Όμως δεν θα έμπαινα στη διαδικασία να προσπαθήσω να σταθώ σε κάποιο παραγοντικό, ας πούμε, πόστο, από το οποίο να παρέχω με τον τρόπο μου και με την εμπειρία μου την δυνατότητα σε κάποιες άλλες κοπέλες, ή αθλητές ενδεχομένως, να παίξουν, χωρίς να έχω την δυνατότητα να έχω έλεγχο της απόδοσής τους. Αυτό είναι μια άλλη πνευματική διαδικασία. Εγώ, τουλάχιστον, «βράζω» στον πάγκο. Στο προπονητικό κομμάτι, δεν ξέρω, το έχω δοκιμάσει μια χρονιά. Και εκεί υπήρχαν φορές στις οποίες «έσκαγα» που δεν μπορούσα να μπω μέσα. Θεωρώ ότι και αυτό είναι μια άλλη διαδικασία και θέλει άλλου τύπου σκέψη. Δεν ξέρω εάν θα το κάνω. Σίγουρα θα συνεχίσω να παρακολουθώ. Τώρα, το να μπορώ να έχω ενεργό ρόλο, σε επαγγελματικό και ανταγωνιστικό επίπεδο, δεν ξέρω εάν θα το επιλέξω».
– Λόγω της ακαδημαϊκής επαγγελματικής σου ιδιότητας έχεις αναπτύξει την ικανότητά σου να διδάσκεις. Στην διαδικασία της μετάδοσης «δεδομένων» και γνώσεων έχεις μπει, οπότε λογικά δεν θα είχες δυσκολία να ανταποκριθείς σε ένα τέτοιο ρόλο.
«Θεωρητικά, ναι. Το κομμάτι της διδασκαλίας, δηλαδή το κομμάτι της προπόνησης με το coaching είναι πολύ διαφορετικό. Στο ακαδημαϊκό κομμάτι νιώθω ικανοποίηση όταν βλέπω την καλή απόδοση φοιτητών στις εξετάσεις».
– Απλά πρέπει να περιμένεις έξη μήνες για αυτό.
«Στο μπάσκετ μπορεί να περιμένεις μια ζωή. Βλέπεις κάποια βήματα, τα οποία γίνονται. Εάν όμως μπορούσα να είμαι η προπονήτρια που δίδαξα κάποιες κινήσεις και τα παιδιά τα κατάφεραν και να τις δω μέσα στο παιχνίδι, αυτό είναι η μια πλευρά. Το κομμάτι του κερδίζω – χάνω είναι η άλλη πλευρά, κάτι πνευματικό, γιατί εκεί έχεις ενεργή συμμετοχή, και δεν υπάρχει αντίστοιχο στο ακαδημαϊκό επίπεδο. Σε αυτό το επίπεδο βέβαια δεν ξέρω. Είναι πολύ διαφορετικό να είσαι προπονητής σε ακαδημίες για μικρά παιδιά από το να είσαι προπονητής στην Α1».
– Θα προτιμούσες κάποια στιγμή να γινόσουν προπονήτρια στην Α1;
«Αυτό δεν ξέρω να στο απαντήσω. Αυτή τη στιγμή επειδή σκέφτομαι ακόμα ως αθλήτρια, δεν μπορώ να το απαντήσω. Είναι δύσκολο να τα κάνεις παράλληλα».
– Σε ρωτάω γιατί μου έχουν πει συμπαίκτριές σου και προπονητές και προπονήτριες ότι εκεί που πάσχουμε αυτή τη στιγμή είναι από προπονήτριες, τέως παίκτριες, όπως εσείς, η δική σας γενιά, οι οποίες θα μάθουνε στα νέα κορίτσια τα βασικά και τον τρόπο σκέψης, οργάνωσης και πειθαρχίας για να γίνουν κάποια στιγμή καλές παίκτριες.
«Ναι, αυτό όμως αφορά σε μικρές ηλικίες. Όσο μπορώ να το κάνω παράλληλα, ας πούμε με παρουσίες σε camp ή σε προπονήσεις και να είμαστε κοντά στις μικρές ομάδες, αυτό το κάνω ευχαρίστως. Σε επαγγελματικό επίπεδο, όμως, παίζουν πάρα πολλά πράγματα ρόλο. Όπως και οι αντίστοιχοι παράγοντες στην ομάδα, ο σύλλογος. Η ενασχόληση με αυτό δεν είναι κάτι τόσο απλό όσο φαντάζει απ’ έξω και δεν μπορώ να το πω με σιγουριά. Εάν όμως έχεις ασχοληθεί τόσα πολλά χρόνια αρχίζεις και έχεις απαιτήσεις και από τους άλλους γύρω σου και αρχίζεις να τους ζορίζεις παραπάνω. Τέλος πάντων, νομίζω ότι έχοντας μαζέψει τις καλές και κακές εμπειρίες του παρελθόντος έχεις απαιτήσεις για πράγματα που θέλεις να γίνονται και με τον τρόπο που θέλεις να γίνονται. Αυτό δεν είναι απαραίτητα ούτε καλό ούτε κακό. Πρέπει να ταιριάξεις και με τη φιλοσοφία του συλλόγου, των παραγόντων, να είναι ευχαριστημένοι όλοι οι γονείς, να είναι ευχαριστημένα όλα τα παιδιά. Μιλάμε, δηλαδή, για ένα γκρουπ πενήντα ανθρώπων, που είναι φύσει αδύνατον να τους έχεις όλους αυτούς ευχαριστημένους. Δηλαδή, από παίκτρια γίνεσαι μάνατζερ, με την κυριολεκτική σημασία όμως του μάνατζερ των παικτών. Και το mentoring, το managing, το leadership, το οποίο κατά κύριο λόγο κάνουμε τώρα, δεν έχει καμία σχέση με αυτό το οποίο έχουμε στο μυαλό μας ότι πρέπει να κάνουμε. Δηλαδή καλείσαι από την προπόνηση να γίνεις διαχειριστής καταστάσεων περισσότερο. Ήδη το δοκίμασα μια φορά. Ενδεχομένως ναι, ενδεχομένως και όχι».
Η Ναυσικά είναι η επιτομή του Fitness. Τι πιστεύει η ίδια για την γυμναστική;
– Εσύ από όσο σε ξέρω, στην κυριολεξία, δεν κάθεσαι ήσυχη, με την έννοια ότι σε έχω δει σε Μαραθώνιο να τρέχεις, από γυμναστήριο να βγαίνεις σε γυμναστήριο να μπαίνεις, όταν δεν πας γυμναστήριο να είσαι στο γήπεδο, θα κάνεις κάποια στιγμή και ορειβασία και εγώ δεν ξέρω τι. Εντελώς σπορτίφ. Τα νέα κορίτσια πρέπει να γίνουν περισσότερο σπορτίφ από ότι είναι; Και μιλάω για τις κοπέλες που είναι δεκαέξι – δεκαοκτώ, που είναι στο μπάσκετ τώρα και είναι αρκετά αγύμναστες.
«Καλά, δεν ξέρω να κρίνω, δεν έχω και τόσο μεγάλη επαφή με αυτές τις ηλικίες για να ξέρω εάν κάνουν ότι κάνουν και πώς το κάνουν. Αυτό το οποίο σίγουρα ξέρω είναι ότι οι αθλήτριες, οι οποίες έχουν διακριθεί είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό ήταν πρώτα αθλήτριες και μετά μπασκετμπολίστριες. Και η εμπειρία μου από το εξωτερικό, επίσης, λέει αυτό. Ότι οι λαοί, τους οποίους έχει τύχει να γνωρίσω από κοντά, είναι πολύ πιο αθλητικοί σαν mentalité από ό,τι είμαστε εμείς. Αυτό έχει αρχίζει να αλλάζει στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή, βλέπω πολύ περισσότερο κόσμο να ασχολείται ερασιτεχνικο- επαγγελματικά με το τρέξιμο, για παράδειγμα, ή το personal training. Αυτό η νοοτροπία έχει αρχίσει να περνάει και στην καθημερινότητα των ενηλίκων και των παιδιών. Δηλαδή, βλέπουνε εικόνες μπαμπάδων και μαμάδων που γυμνάζονται οπότε, αντίστοιχα, μπαίνουν σε αυτήν την λογική από πιο μικρά. Ακόμα και στη Σουηδία, που είχα την εμπειρία του πρωταθλήματος αλλά και σε εθνικό επίπεδο έχω αντιμετωπίσει ταλέντα, τα οποία ενδεχομένως δεν είναι καλύτερα από εμάς και σε κάποιες περιπτώσεις σίγουρα δεν είναι. Αλλά οι περισσότερες χώρες έχουν μια αθλητική υποδομή, η οποία παράγει πρώτιστα αθλήτριες. Ενδεχομένως δεν μπορούν να σκοράρουν με τόσο πολλή ποικιλία, αλλά παίρνουν τα rebounds, σίγουρα τρέχουν για σαράντα λεπτά, έχουν καλύτερη φυσική κατάσταση και είναι πιο δυνατές. Και άλλα κορίτσια που έχουν την εμπειρία του εξωτερικού για περισσότερα χρόνια μπορούν να το επιβεβαιώσουν αυτό. Εμένα, η συμβουλή μου και η προτροπή μου θα ήταν αυτή, εκατό τα εκατό».
– Άρα μήπως στα επίπεδα κορασίδων – νεανίδων, που κάνουν κάποιες ώρες προπόνηση μπάσκετ, την ντρίπλα, το σουτ κ.λ.π., θα πρέπει να κάνουν και αντίστοιχα κάποια ώρα τα σπριντς, τα άλματα, το οτιδήποτε για να ενδυναμώσουν το μυϊκό τους σύστημα; Έχω δει αγώνα κορασίδων, και μάλιστα ομάδων Α1, που κάνανε μπάσιμο και δεν πηδάγανε ούτε εφημερίδα.
«Αυτό θα πρέπει να είναι γενικότερα στην κουλτούρα μας, δηλαδή και σε επίπεδο σχολείου. Εμείς έχουμε μπει σε μια λογική που μειώνουμε τις ώρες γυμναστικής, ενώ στις υπόλοιπες χώρες αυξάνονται. Σίγουρα όμως είναι και η κουλτούρα του λαού. Εμείς δεν κάναμε μαζικό αθλητισμό, και έτσι ως παιδιά δεν είχαμε την εικόνα ότι πρέπει να κάνουμε αθλητισμό. Το περισσότερο ήταν ό,τι γινότανε στην ομάδα, αυτό ήταν. Στις άλλες χώρες δεν είναι έτσι τα πράγματα και θα πρέπει ενδεχομένως να ακολουθήσουμε ένα άλλο μοντέλο και σε επίπεδο σχολείου και σε επίπεδο συλλόγων. Με κάποιο τρόπο να το συνδυάσουμε καλύτερα. Η λογική των αθλητικών σχολείων, ας πούμε, στην Ελλάδα δεν έχει λειτουργήσει με τόσο σωστό τρόπο όσο έχει λειτουργήσει σε άλλες χώρες».
Σχολικός – Πανεπιστημιακός ή συλλογικός αθλητισμός; Το Αιώνιο ερώτημα. Τι πιστεύει μια καθηγήτρια – παίκτρια ;
– Μια και θέτεις το θέμα, προτιμάς το Αμερικανικό μοντέλο, που έχει τον σχολικό πανεπιστημιακό αθλητισμό ή το τέως ανατολικό – ευρωπαϊκό, που έχει τον συλλογικό;
«Εγώ έχω γαλουχηθεί μέσα στον συλλογικό, οπότε δεν θα σου έλεγα ότι προτιμώ κάτι άλλο».
– Βέβαια, χρειάζονται και τρομερές υποδομές στα σχολεία και στα πανεπιστήμια για να γίνει κάτι τέτοιο, δεν είναι απλό πράγμα. Πόσα σχολεία δεν έχουν κλειστό γυμναστήριο;
«Συγκρίνοντας με το μοντέλο της Αμερικής, ας πούμε, που βέβαια δεν είναι πάντα ιδανικό. Εγώ θεωρώ ότι ήμουν τυχερή που μπορούσα να σπουδάσω στο Πολυτεχνείο, εκεί που ήθελα, και να παίζω σε ομάδα Α1 στην πόλη. Αυτό, βέβαια, στην Ελλάδα γίνεται, ενδεχομένως, στις δύο μεγάλες πόλεις πιο εύκολα. Στην Αμερική δεν ξέρω εάν θα μπορούσα να βρω τον συνδυασμό, που να είναι ένα πολύ καλό ακαδημαϊκό περιβάλλον και να έχει και πάρα πολύ καλή ομάδα μπάσκετ γυναικών και να είναι και κοντά από εκεί που θα έμενα. Δεν είναι τόσο απλό, τόσο εύκολο. Συγκρίνουμε βέβαια και άνισα μεγέθη πληθυσμιακά. Θεωρώ ότι το να έχεις επιλογές ότι, δηλαδή, μπορώ να σπουδάσω αυτό και μπορώ να παίξω και εκεί και εκεί, να έχω δηλαδή τρεις δυνατότητες στην ίδια πόλη είναι το ιδανικό. Αλλιώς εάν περιορίζεσαι μέσα στο Πανεπιστήμιο, στο οποίο γίνονται όλα, χάνεις την επαφή σου με την πραγματική ζωή σε ένα επίπεδο. Δεν ξέρω εάν είναι σωστό ή λάθος, αλλά επειδή εγώ δοκίμασα τον ένα τρόπο και όχι τον άλλο, ένιωθα και πιο άνετα με αυτόν. Δεν μπορώ να το συγκρίνω».
– Κάποια στιγμή, συγκεκριμένα το 1986, είχε ασχοληθεί με αυτό το θέμα η ανώτατη ηγεσία του Ελληνικού αθλητισμού και είχε προκρίνει τον συλλογικό τρόπο, και θυμάμαι ότι τότε κάποιοι έλεγαν να πάμε στο Αμερικάνικο μοντέλο και να φτιάξουμε αθλητικά σχολεία και πανεπιστήμια, γιατί όλα τα παιδιά θα περάσουν υποχρεωτικά από την εκπαίδευση. Κάτι που τελικά όπως δεν υλοποιήθηκε.
«Θα μπορούσε να έχει συνδυαστεί αυτό βέβαια με κάποιο τρόπο, έτσι ώστε κάθε σχολείο να έχει ομάδα μπάσκετ, βόλεϊ κ.λ.π. και να υπάρχει ο αντίστοιχος προπονητής».
– Αυτό πρέπει να το εγκρίνει το Υπουργείο Παιδείας άρα και μετά το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ότι δηλαδή υπάρχει το κονδύλι για να έχει και τον γυμναστή και τον προπονητή του μπάσκετ.
«Μπαίνουμε, νομίζω, σε βαθιά νερά σε όλο αυτό, δηλαδή είναι διαφορετική δομή και πρέπει να επενδυθούν κεφάλαια με διαφορετικό τρόπο».
– Από την άλλη, είχαμε για πολλά χρόνια τα κρατικοδίαιτα σωματεία.
«Αυτό πλέον έχει εκλείψει και για αυτό έχουμε και τις αντίστοιχες δυσκολίες».
– Τα σωματεία – διάττοντες αστέρες. Βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι έβαλαν κάποια λεφτά, πήγε καλά, κουράστηκαν, τα έχασαν, βαρέθηκαν.
«Αντίστοιχα εάν το δούμε ότι αυτό είναι το επαγγελματικό κομμάτι της υπόθεσης, εδώ εταιρείες ολόκληρες κλείνουν, είναι γενικότερο φαινόμενο στην κοινωνία, δεν είναι μόνο στο γυναικείο μπάσκετ και σε κάποιο σύλλογο, ο οποίος έπαιξε μια χρονιά στην Α1 και μετά εξαφανίστηκε. Εδώ εταιρείες, οι οποίες δανείζονται, ανεβαίνουν και την επόμενη ημέρα βρίσκονται εκατό εργαζόμενοι στον δρόμο. Κοινωνικά το βρίσκω λίγο σημαντικότερο».
Υπάρχει πετυχημένο μοντέλο στο Ελληνικό γυναικείο μπάσκετ; Ποιος καταλληλότερος να μας απαντήσει αν όχι μια πρωταγωνίστριά του;
–Τελειώνοντας την συνέντευξη, θα σου κάνω την εξής ερώτηση. Υπάρχει το μοντέλο, ας πούμε, του Πρωτέα Βούλας, με τις ακαδημίες, που μαζεύει εκατοντάδες κορίτσια ο Βασιλειάδης και τροφοδοτεί την ομάδα και υπάρχει, ας πούμε, μοντέλο Ολυμπιακού – Παναθηναϊκού κ.λ.π, στο οποίο βρίσκεται κάποιος που ρίχνει χρήματα, κάνει τις μεταγραφές και φτιάχνει δυνατή ομάδα. Πού θα πρέπει να κινηθεί το Ελληνικό γυναικείο μπάσκετ, σε ποιο μοντέλο;
«Σε όποιο είναι πιο αποτελεσματικό. Κάθε ομάδα θα πρέπει να έχει τα «φυτώριά» της και να εξελίσσει, να βγάζει αθλητές, όπως λέμε. Τώρα από εκεί και πέρα, όταν μιλάμε για το πρωτάθλημα της Α1, ε, το πιο πετυχημένο μοντέλο είναι αυτό που φέρνει το πρωτάθλημα, έτσι δεν είναι; Οπότε ο κάθε σύλλογος θα κινηθεί με τον δικό του τρόπο, ανάλογα με το budget, το οποίο θέλει να διαθέσει και με το καλύτερο value for money για να επιτευχθεί ο στόχος. Εάν ο στόχος είναι να παραμείνει στην κατηγορία με ένα χαμηλό budget, κάνει και τις αντίστοιχες επιλογές. Δεν μπορώ να το κρίνω σαν παράγοντας όλο αυτό, αλλά πραγματικά κάθε σύλλογος, έχοντας μια συγκεκριμένη λογική, με την οποία κινείται και εκφράζεται θα έλεγα διαχρονικά, δείχνει και τις διαθέσεις του. Άμα, δηλαδή έχει σκοπό να πάρει το πρωτάθλημα, θα πρέπει αντίστοιχα να πάρει τις πιο φορμαρισμένες, τις πιο ακριβές, δεν ξέρω, παίκτριες, και να πορευτεί να πάρει το πρωτάθλημα. Από εκεί και πέρα, βέβαια, το εάν ας πούμε ο Πρωτέας με αυτό το μοντέλο καταφέρει με μεταγραφές σε μικρή ηλικία να πάρει το Πρωτάθλημα, γιατί δεν είναι παίκτριες που ξεκίνησαν στην Βούλα, είναι παίκτριες οι οποίες προέρχονται από όλη την Ελλάδα, ναι τότε μπορούμε να πούμε ότι αυτό το μοντέλο εξελίχθηκε και έχει φθάσει πλέον σε ένα σημείο, που αυτός ο κορμός έγινε «ενήλικος» κορμός, που έχει γαλουχηθεί στο συγκεκριμένο σύλλογο και φέρνει το επιθυμητό αποτέλεσμα».
Περί αγάπης……
– Αγαπημένοι σου προπονητές.
«Μόνο έναν δεν θα πω, για να μην στεναχωρήσω κάποιον. Σίγουρα Ελένη Καφαντάρη, Σταύρος Πυροβέτσης. Και δεν θα ξεχάσω τους προπονητές που είχα όταν ήμουν μικρή: Βασίλης Χαραλαμπίδης, Γκάρυ Αριουτιόνωφ.»
– Αγαπημένες συμπαίκτριες;
«Από την Εθνική ομάδα δεν θα διαλέξω γιατί δεν είχα πολύ μεγάλο αγωνιστικό χρόνο. Δεν είναι το θέμα εάν συμπαθώ κάποια ή όχι. Πρέπει να πιάσω από παλιά. Η αγαπημένη μου ψηλή ήταν η Κέμι Ένκελε, που την είχα στην Πτολεμαΐδα. ‘Ήταν νομίζω «ογκόλιθος», ήταν η παίκτρια που εμπιστευόμουν περισσότερο, δηλαδή άμυνα – επίθεση, ήταν “I got your back”, ας πούμε, και είχαμε τρομερή επικοινωνία που αυτό για ξένη δεν είναι εύκολο. Τώρα είμαι και επηρεασμένη που έχω γυρίσει από την Σύρο, για αυτό δεν θα διαλέξω Ελληνίδα γιατί είμαι συναισθηματικά φορτισμένη. Η Κέμι, νομίζω ήταν η παίκτρια με την οποία είχα την καλύτερη επικοινωνία εντός γηπέδου».
Τη χρονιά που μας έρχεται η Ναυσικά θα βρίσκεται στην Αγγλία, στο Μπέρμινχαμ. Το απαιτεί η ακαδημαϊκή της εργασία. Όπως μας είπε θα ψάξει να βρει εκεί ομάδα για να αγωνιστεί φέτος, οπότε το πιθανότερο είναι να την χάσουμε για μια χρονιά από τα Ελληνικά παρκέ.



