Λένε ότι «όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο Θεός γελάει». Για τη Νεφέλη Ευαγγλίτση η μοίρα στάθηκε σκληρή, καθώς μόλις στα 16 της βίωσε την απώλεια του πατέρα της και μάλιστα σε μια περίοδο όπου είχαν έρθει πολύ κοντά.

Η 18χρονη σήμερα κόρη του αείμνηστου καλαθοσφαιριστή Μάικ Ευαγγελίτση, άνοιξε την καρδιά της στο Basketworld.net σε μια συνέντευξη-κατάθεση ψυχής και για πρώτη φορά αποκάλυψε τις συγκλονιστικές στιγμές που βίωσε τον Οκτώβριο του 2018, όταν ο πατέρας της έφυγε αναπάντεχα σε ηλικία 38 ετών, βυθίζοντας σε πένθος το ελληνικό μπάσκετ.

Με ύψος 1,74μ, και μπασκετικά γονίδια, η Νεφέλη δε θα μπορούσε παρά να ασχοληθεί με το μπάσκετ από μικρό κορίτσι. Ο πρόωρος, όμως, θάνατος του πατέρα της την υποχρέωσε να σταματήσει. Η ενασχόλησή της πάντως με τον αθλητισμό συνεχίζεται μέσω των σπουδών της στα ΤΕΦΑΑ Αθηνών (σ.σ. είναι επίσης απόφοιτη ΕΠΑΛ με ειδικότητα βοηθός νοσηλευτή).

«Όταν πέθανε ο πατέρας μου, αγωνιζόμουν στον ΕΦΑΟΖ και παράλληλα δούλευα. Ο χρόνος μου ήταν έτσι κι αλλιώς περιορισμένος, αλλά η απώλεια αυτή με έκανε να σταματήσω. Ήθελα να του αφιερώσω έναν τελευταίο αγώνα και δεν τα κατάφερα… Κάθε φορά που έπιανα την μπάλα τον έβλεπα απέναντί μου και λύγιζα. Οπότε είπα “τέλος”» εξηγεί η Νεφέλη και προσθέτει πως: «Αυτά τα δύο χρόνια δέχθηκα προτάσεις, ωστόσο προτεραιότητά μου ήταν η δουλειά ώστε να στηρίξω οικονομικά τη μητέρα μου. Μελλοντικά ίσως να επιστρέψω ως παίκτρια».

Ένας χωρισμός ανάμεσα στους γονείς δεν είναι ποτέ εύκολος για ένα μικρό παιδί. Η Νεφέλη Ευαγγελίτση αφηγείται τα βιώματά της και τη σχέση που είχε αναπτύξει με τον Μάικ, ο οποίος είχε χωρίσει από πολύ νωρίς με τη μητέρα της: «Ειλικρινά, από το δημοτικό και πριν δεν έχω καμία εικόνα από τον πατέρα μου. Θυμάμαι μόνο τον χωρισμό των γονιών μου. Στο παρελθόν δεν είχα πολλές επαφές με τον Μάικ, βλεπόμασταν μόνο τα Σαββατοκύριακα. Όταν ξαναπαντρεύτηκε αισθάνθηκα παραμελημένη… Ένιωθα σα να μην είχα πατέρα όσον αφορά την παρουσία του μέσα στο σπίτι. Καταλαβαίνω πλέον ότι έφταιγε το γεγονός πως ήταν πολύ μικρός σε ηλικία όταν εγώ γεννήθηκα. Είχε τελείως διαφορετική νοοτροπία ερχόμενος από την Τσεχία κι έτσι του πήρε πολύ χρόνο να γίνει ο συνδετικός κρίκος που έπρεπε στην οικογένεια.

Καθώς μεγάλωνα, στο Γυμνάσιο, ο συνδετικός κρίκος μεταξύ μας ήταν καθαρά το μπάσκετ και αργότερα η αδερφή μου, που αν και από άλλη μητέρα με έκανε να τον νιώσω πιο πολύ σαν πατέρα. Όταν πήγαινα Λύκειο ο χρόνος μας ήταν περιορισμένος. Χρόνο αρκετό περνούσαμε από τη στιγμή που χώρισε στο δεύτερο γάμο του και πηγαίναμε μαζί διακοπές οι τρεις μας με την αδερφή μου. Δεν μπορώ να πω ότι υπήρχε μεγάλο δέσιμο μεταξύ μας…

Όλα άλλαξαν στη α’ Λυκείου, έναν χρόνο πριν πεθάνει, όταν καθίσαμε και μιλήσαμε και βρέθηκε η χρυσή τομή. Ξεκαθαρίσαμε κάποια πράγματα, εκείνος παραδέχθηκε πως είχε κάνει πολλά λάθη και ότι του πήρε πολύ χρόνο για να συνειδητοποιήσει κάποια πράγματα. Αυτό ήταν κάτι που το εκτίμησα. Ένιωσα πλέον ότι έχω στη ζωή μου έναν άνθρωπο, τον οποίο μπορώ να αποκαλώ “πατέρα”. Κάλυψα το κενό που αισθανόμουν από μικρή! Ήταν πραγματικά η καλύτερη περίοδος της ζωή μου! Μοιραζόμασταν τα πάντα, οτιδήποτε υπήρχε στο μυαλό μας! Θέλαμε να είμαστε μια πολύ ενωμένη τριάδα, ξαναβρήκα τον μπαμπά μου, ξαναβρήκα τον άνθρωπό μου το 2017-2018!».

Ποιο είναι άραγε το πρώτο πράγμα που σκέφτεται η Νεφέλη όταν ακούει το όνομα «Μάικ Ευαγγελίτσης»; «Όταν ακούω το όνομα αυτό, μου έρχεται στο μυαλό μια συγκεκριμένη εικόνα: είναι επάνω μου, βλέπω μια τεράστια φιγούρα να με αγκαλιάζει σαν ένας άγγελος με φτερά» μας λέει και με χαμόγελο προσθέτει ότι μοιάζει σε πολλά με τον πατέρα της: «Είναι πάρα πολλά τα κοινά στοιχεία που έχω με τον μπαμπά μου κι αυτό μου το υπενθυμίζει κάθε μέρα η μαμά μου! Για να καταλάβεις, ακόμα και η δεύτερη γυναίκα του μου λέει “εσύ είσαι Ευαγγελιτσάκη”! Ο Μάικ ήταν ένας χαρακτήρας έντονος, που ήθελε να κυριαρχεί στα πάντα, ήταν εγωιστής και έτσι είμαι κι εγώ. Πεισματάρα! Ακόμα και ο σωματότυπός μου είναι ίδιος. Κοιτάω τα πόδια μου και λέω “είμαι Μάικ!”. Όλοι εξάλλου μου λένε ότι του μοιάζω πολύ εμφανισιακά».

Τι θα ήθελες να πεις στον πατέρα σου αν μπορούσε να σε ακούσει; «Είναι πάρα πολλά αυτά που θα ήθελα να του πω… Καταρχάς ένα “συγγνώμη” γιατί πολλές φορές ήμουν πολύ σκληρή απέναντί του. Ήμουν πολύ πονεμένο παιδί και δεν του άφηνα χώρο να με πλησιάσει. Αν γνώριζα ότι θα συνέβαινε αυτό, θα του έδινα πιο γρήγορα χρόνο απ’ ό,τι έκανα… Θα τον ρωτούσα, επίσης, αν είναι περήφανος για την κόρη του, θα του έλεγα ότι τον αγαπώ πάρα πολύ και πως χαίρομαι πάρα πολύ που τα βρήκαμε έστω και κάπως αργά. Μου λείπει πάρα πολύ και θα ήθελα να ζήσουμε άπειρες ακόμα στιγμές μαζί.

Λίγο πριν πεθάνει, στις τελευταίες διακοπές που κάναμε με την αδερφή μου μαζί του το καλοκαίρι του 2018, μου είπε ότι ήταν οι καλύτερες διακοπές που είχε κάνει γιατί μπορεί να ήταν οι τελευταίες μαζί μας. Εννοούσε ότι επειδή εγώ μετά θα ενηλικιωνόμουν, θα πήγαινα με τις φίλες μου διακοπές και θα συζητούσαμε για το γάμο μου! Άρχισε να μου λέει “μόνο εγώ θα σε συνοδεύσω στο γάμο σου. Εγώ θα σε παραδώσω στον γαμπρό” κι εγώ του απαντούσα, χαριτολογώντας βέβαια, “με τίποτα, δε γίνεται, θα με κάνεις ρεζίλι!”. Εκείνος όμως το είχε πάρει τοις μετρητοίς, είχε τσαντιστεί! “Α, έτσι είσαι; Δε θα έρθω καν στον γάμο σου τότε!” έλεγε! Δεν συζητήσαμε ποτέ ξανά αυτό το θέμα… Από μικρή, λόγω του χωρισμού των γονιών μου, δεν ήθελα να παντρευτώ και το γεγονός ότι έχει φύγει από τη ζωή με κάνει ακόμα περισσότερο να μη θέλω να παντρευτώ γιατί δε θα τον έχω δίπλα μου να με συνοδεύει».

Στο σημείο αυτό, η Νεφέλη κάνει μια παύση και μου ζητά να μιλήσει για τη μητέρα της: «Σε όλη την πορεία της ζωής μου, βράχος και σπαθί ήταν η μαμά μου. Κατάφερε να με μεγαλώσει και να με στηρίξει με πολύ κόπο και θα ήθελα να της πω ένα μεγάλο “ευχαριστώ”. Αυτή υπήρξε ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε μένα και τον Μάικ και παρότι πονούσα κι ένιωθα εγκαταλειμμένη, η μητέρα μου επιδίωκε πάντα να μας ενώσει. Ήταν αυτή που ήθελε να τον προστατέψει από τα λάθη που έκανε. Αυτό εμένα με στιγμάτισε, το ότι δηλαδή η μητέρα μου ήθελε να βοηθήσει τον πατέρα μου να είναι δίπλα σε ’μένα…».

Το βράδυ του θανάτου, η απίστευτη σύμπτωση, η κακή διάθεση και η άρνηση

Πώς μπορεί ένα νεαρό κορίτσι σαν τη Νεφέλη να διαχειριστεί μια τόσο σημαντική απώλεια, όπως αυτή του πατέρα της; Πώς βίωσε τον θάνατο και πώς αντιμετώπισε τις πρώτες στιγμές μετά; Τα όσα μας αφηγείται είναι συγκλονιστικά: «Το βράδυ πριν πεθάνει, μιλήσαμε γύρω στις 11 παρά για τελευταία φορά, περίπου 2 ώρες πριν “φύγει”. Τον είχα πάρει τηλέφωνο να τον ρωτήσει πώς λέγεται ο τίτλος μιας ταινίας που έψαχνα και μου είπε “Μη Αναστρέψιμος”. Τον καληνύχτισα, του είπα ότι τον αγαπάω και μετά επιχείρησα να δω το φιλμ. Δεν μπόρεσα όμως… Κάτι μέσα μου δε με άφηνε οπότε προσπάθησα να κοιμηθώ. Και πάλι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ξεκίνησα να ακούω τραγούδια καταθλιπτικά χωρίς λόγο! Τελικά με πήρε ο ύπνος και όταν ξύπνησα το πρωί είχα τάση για εμετό. Ήμουν χάλια, ζαλιζόμουν, έπρεπε να πάω και στο σχολείο, τελικά αποφάσισα να μείνω σπίτι. Χτύπησε το κινητό μου και ήταν η μαμά μου. “Δε θα το σηκώσω” λέω, “τι να της πω; θα με σκοτώσει να μάθει ότι δεν πήγα για μάθημα”. Είδα πέντε κλήσεις και πρώτο πράγμα που σκέφτηκα είναι “ωχ, θα έμαθε ότι δεν είμαι στο σχολείο”.

Η μητέρα μου πήρε τηλέφωνο τον αδερφό μου, τον Μιχάλη, τον οποίο είχα προλάβει να δασκαλέψω να μην της πει πως είμαι σπίτι. Τον άκουσα να ψιθυρίζει και μόλις πήγα να το μιλήσω μου λέει “Νεφελάκο, έρχεσαι να σου πω;”. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι κάτι συνέβη… “Πάρε τη μαμά τηλέφωνο” μου είπε ο αδερφός μου κι έτσι έκανα. “Έλα αγάπη μου” μου λέει η μαμά, “πώς είσαι;”. Να τονίσω ότι ήταν η μοναδική φορά που ξυπνώντας δεν άνοιξα το κινητό μου και δεν χάζεψα ειδήσεις. Έτσι δεν είχα μάθει για τον θάνατο του πατέρα μου, καθώς τα νέα είχαν διαδοθεί και στο internet γινόταν ήδη χαμός. Ευτυχώς γιατί νομίζω ότι θα έφευγα κι εγώ μαζί του. Ήταν δώρο Θεού.

Πηγαίνοντας στο σπίτι της μητέρας μου, αφήνω τους καφέδες που είχα πάρει και η μαμά μου με κοίταξε με ένα περίεργο ύφος. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε σα σκέψη είναι πως επιδεινώθηκε η υγεία της (σ.σ. πάσχει από σκλήρυνση) ή ότι έχει καρκίνο. “Νεφέλη, ο μπαμπάς έφυγε” μου είπε κι εγώ σκέφτηκα ότι έπαθε κάποιο τροχαίο! “Τι λες ρε μαμά; Πάμε στο νοσοκομείο, που τον έχουν;”. “Νεφέλη, ο μπαμπάς πέθανε” μου είπε… Είχα άρνηση, δεν μπορούσα να το δεχθώ, δεν το πίστευα… Ούρλιαξα τόσο δυνατά που πρέπει να ακούστηκα σε όλους τους Αμπελόκηπους, στο Γουδή και στου Ζωγράφου…

Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάρω τηλέφωνο τον κολλητό του πατέρα μου, τον Κώστα Αντωνόπουλο, να μου το επιβεβαιώσει. Τον παίρνω και μου το κλείνει. Με παίρνει εκείνος μετά στα καπάκια και του το κλείνω εγώ. Φοβήθηκα τι θα ακούσω… Με ξαναπήρε, το σήκωσα και τον άκουσα να κλαίει. Εκεί συνειδητοποίησα ότι ο πατέρας μου πέθανε. Δεν άφησα να μου μιλήσει. Δεν μπόρεσα.

Ο Μάικ πέθανε από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου στο σπίτι του. Υπήρχε παρέα μαζί του και γι’ αυτό μαθεύτηκε γρήγορα… Έιχε προκαρκίνωμα στις φωνητικές χορδές, το αφαίρεσε, δεν είχε κανένα θέμα και είχε κόψει και το κάπνισμα. Όλες οι εξετάσεις του ήταν καθαρές. Όλα όσα ειπώθηκαν και γράφθηκαν ότι ταλαιπωρήθηκε επί πολλά χρόνια λόγω καρκίνου είναι ψέματα! Ο πατέρας μου πέθανε από ανακοπή. Μου έκανε εντύπωση που δημοσιεύτηκαν άπειρα άρθρα για τον θάνατό του. Ομολογώ ότι με ενόχλησε που κάποιοι μου ζήτησαν να μιλήσω γι’ αυτό την ημέρα της κηδείας του. Δεν υπήρχε περίπτωση!»

Η δύσκολη στιγμή του αποχωρισμού και το μέλλον

«Ο πατέρας μου έφυγε από τη ζωή όταν προσγειώθηκε το αεροπλάνο στην Τσεχία στο οποίο επέβαιναν η μητέρα του και η μικρή αδερφή μου. Όταν επέστρεψαν λίγες μέρες αργότερα κι έγινε η κηδεία, αυτή ήταν η πιο άσχημη ημέρα της ζωής μου, όχι μόνο για την τελετή. Η μικρή μου η αδερφή (σ.σ. η 7χρονη τότε Αμαρυλλίς) δεν είχε μάθει για το θάνατο του πατέρα μας. Καθώς είχε εμπεδώσει ότι ο Μάικ με τη μαμά της ήταν χωρισμένοι, ο μοναδικός συνδετικός κρίκος μαζί του ήμουν εγώ και θεωρήσαμε, εγώ και η μητέρα της, πως ήταν καλύτερο να μην της το πούμε ενώ έλειπε.
Έφτασε λοιπόν η ημέρα της κηδείας κι εγώ είχα καθίσει να γράψω κάτι για να του δώσω και ένα φορτηγό πέρασε από μπροστά μου. Το πρώτο πράγμα που είδα όταν σήκωσα το βλέμμα μου ήταν ένα στεφάνι που έγραφε «οι κόρες σου Αμαρυλλίς και Νεφέλη». Ο Αντωνόπουλος με κρατούσε από το χέρι για να ανεβώ πέντε σκαλοπάτια στην εκκλησία. Ήμουν χαμένη στις σκέψεις μου. Συνειδητοποίησα ότι κάτι δεν πάει καλά όταν είδα τη μαμά μου να κλαίει και το λέω αυτό γιατί είχαν περάσει από τότε που χώρισαν με τον Μάικ. Είχε έρθει πολύς κόσμος στην κηδεία του και αυτό -να σου πω την αλήθεια- με χαροποίησε. Γιατί ένιωσα ότι χάρηκε ο μπαμπάς μου.
Θα ήθελα εδώ να ευχαριστήσω τους ανθρώπους από το ανδρικό τμήμα του Χαλανδρίου, οι οποίοι με στήριξαν πάρα πολύ και ιδιαίτερα τον Δημήτρη Κόρβινγκτον, που με αγκάλιασε κι ένιωσα σα να με αγκάλιαζε ο ίδιος μου ο πατέρας. Δέχθηκα μεγάλη στήριξη και από πολλούς μεγάλους αθλητές. Οι κολλητές μου, επίσης, με στήριξαν πάρα πολύ και τις ευχαριστώ πάρα πολύ που προσπάθησαν να με βγάλουν έξω από σπίτι με νύχια και με δόντια. Ακόμα και για να μπω στη διαδικασία να φάω κάτι εκείνες με ώθησαν. Κι αυτό λειτούργησε σαν φάρμακο στην πληγή μου».

Έχουν περάσει περισσότερο από δύο χρόνια. Πώς είναι πλέον η ζωή σου; Αισθάνεσαι ότι προχωράς κι έχεις αφήσει κάποια πράγματα πίσω σου;

«Ο πατέρας μου είχε ασχοληθεί πολύ με την προπονητική και όταν πέθανε πολλοί ρωτούσαν τι θα συμβεί με το καμπ του. Ο ίδιος ο Μάικ με είχε ρωτήσει αν θα ήθελα κάποια στιγμή να το αναλάβω και όντως με τον Κώστα τον Αντωνόπουλο το καμπ συνεχίζει να υπάρχει. Πραγματικά θέλω να τον ευχαριστήσω ιδιαίτερα γιατί όλα αυτά τα χρόνια με έχει στηρίξει πάρα πολύ! Προσπαθήσαμε να αντιμετωπίσουμε το συναισθηματικό κομμάτι γιατί ήταν δύσκολο να σηκώσω στα 16 μου το βάρος τόσο του ονόματος του πατέρα μου όσο και μιας επιχείρησης. Ουσιαστικά χτίσαμε το καμπ από την αρχή και θεωρώ ότι ήταν φοβερή επιτυχία για εμένα να μπορέσω να σταθώ όχι ως παίκτρια ή ως κόρη του. Στόχος μου και ευχή μου είναι αυτό που έφτιαξε ο μπαμπάς να το συνεχίσω με την Αμαρυλλίς! Πολλές φορές οραματίζομαι τον εαυτό μου σαν τον πατέρα μου. Πολλές φορές κυκλοφορώ ακόμα και με ρούχα του πατέρα μου (σ.σ. όπως οι κόκκινες φόρμες στη διπλανή φωτ.). Το καλοκαίρι έγινε το καμπ κανονικά, δόξα το Θεό χωρίς κανένα κρούσμα! Καταφέραμε να σταθούμε στο πρώτο κύμα της πανδημία;. Το β’ κύμα μας επηρέασε πολύ, αλλά είχαμε αποφασίσει πριν ανακοινωθεί lockdown να μη γίνει το χειμερινό καμπ ώστε, πρώτα απ’ όλα, να προστατεύσουμε τα παιδιά. Γιατί όταν εγώ θέσω σε κίνδυνο τα παιδιά είναι σα να θέτω σε κίνδυνο την οικογένειά μου. Έτσι το βλέπω! Όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν θέλω να το εξελίξουμε το καμπ και ο πατέρας μου να είναι περήφανος για εμάς!».

Σχετικά άρθρα