Στην πορεία του Γιάννη Αντετοκούνμπο τη φετινή σεζόν στο NBA, αλλά και στην κόντρα των «αιωνίων» που πλήττει το ελληνικό μπάσκετ αναφέρθηκε ο Θοδωρής Ροδόπουλος στον ΣΠΟΡ FM 94,6.

Αναλυτικά όσα δήλωσε ο πολύπειρος πτοπονητής στην εκπομπή «Παιδιά για οσΚΑΡ» για:

Τον Γιάννη Αντετοκούνμπο:
«Θα πρέπει ο Γιάννης να αντιδρά διαφορετικά σε κάθε φάση. Δε σας κρύβω ότι η σειρά με το Τορόντο έδωσε ένα διαφορετικό στίγμα σε σχέση με τις σειρές που παίχτηκαν νωρίτερα. Δεν έπαιξαν πλέον με τον ιδιαίτερα ψηλό παίκτη, δηλαδή με τον Γκασόλ, πάνω στον Γιάννη. Χρησιμοποίησαν κοντούς παίκτες, κυρίως τον ιδιαίτερα ταλαντούχο Καγουάι Λέοναρντ, ο οποίος ανέλαβε προσωπικά το μαρκάρισμα. Τον τελευταίο καιρό με ρωτάνε ιδιαίτερα πότε θα αποκτήσει σουτ ο Γιάννης, ώστε να εξελιχθεί στον σούπερ σταρ που αναμένουμε να γίνει. Ο Γιάννης έκανε πολλά πράγματα φέτος. Αρχικά, έκανε την Ελλάδα περήφανη. Κάθε μέρα, στις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα αναφερόταν τι έκανε ο Γιάννης το προηγούμενο βράδυ. Πόσους πόντους έβαλε και πως ήταν η παρουσία του. Νομίζω προκειμένου να αποκτήσει καλύτερο σουτ ο Γιάννης, ενδέχεται να πάθει μία ζημιά, η οποία έχει εμφανιστεί ήδη μάλιστα. Ο Γιάννης δεν είναι όπως τους προηγούμενους 2-3 μήνες. Έχει ρίξει το τέμπο του, διότι σκέφτεται πως θα σουτάρει. Έτσι χάνει το μεγαλύτερο του προτέρημα, την εκρηκτικότητα του. Χωρίς αυτή, δεν είναι ο γνωστός μας Γιάννης.»

Την άμυνα πάνω στον Greek Freak: «Έχω βαρεθεί να ακούω για το τοίχος που στήνουν οι ομάδες γύρω του. Υπάρχουν 3 παίκτες γύρω του. Δεν πρόκειται για τοίχος, αλλά για μία επιφυλακή πάνω στον καλύτερο παίκτη μίας ομάδας, ώστε να δοθούν οι απαραίτητες βοήθειες.»

Την πρόοδο και τη βελτίωση του άσου των Μπακς: «Όλοι μιλάνε για το σουτ. Πρέπει να φτιάξει αρχικά τα βασικά χαρακτηριστικά του. Έχει κάνει τεράστια πρόοδο και δεν υπάρχει παίκτης που να μπορεί να κάνει το ίδιο. Με όσα έχουν συμβεί, έχει πάρει πολύ γρήγορα φόρα και τα έκανε να φαίνονται όλα τόσο εύκολα. Υπάρχει όμως ακόμα πολλή δουλειά μπροστά του, για να γίνει ο σούπερ σταρ που όλοι ονειρευόμαστε στην Ελλάδα, διότι ο Γιάννης είναι ο μεγαλύτερος πρεσβευτής μας αυτήν τη στιγμή.»

Την κατάσταση στο ελληνικό πρωτάθλημα: «Παρ’ ότι είμαι επώνυμος και με γνωρίζουν και οι άνθρωποι του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, δεν έχω μάθει να κρύβομαι πίσω από τα λόγια μου. Πάντα είμαι ειλικρινής και λέω ότι πιστεύω σε σχέση με το μπάσκετ, γιατί αυτό είναι η ζωή μου. Νομίζω πως δύο οικογένειες λειτουργούν εις βάρος του αθλήματος για τις προσωπικές τους επιδιώξεις. Είναι πολύ κρίμα!»

Την στάση της ΕΟΚ και του Υπουργού απέναντι στις εξελίξεις: «Πρώτα από όλα ισχύει πως μένουν αμέτοχοι, αλλά από την άλλη τι να κάνουν; Να ζητήσουν από τις ομάδες «να κάτσουν καλά»; Θα πρέπει ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του. Και ο Υπουργός και η Ομοσπονδία έχουν μερίδιο ευθύνης, όμως το βασικότερο είναι να καταλάβουν οι οικογένειες πως δεν κερδίζουν τον αντίπαλο έξω από το γήπεδο. Χαλάνε το ίδιο το άθλημα.»

Την Εθνική ομάδα και τη συμμετοχή της στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα: «Έχουμε τη δυνατότητα να διεκδικήσουμε κάποιο μετάλλιο. Αρκεί οι υπεύθυνοι και κυρίως οι προπονητές να προσαρμόσουν το παιχνίδι στα μέτρα του Γιάννη, αλλά και των υπολοίπων πολύ ταλαντούχων παικτών, όπως ο Σλούκας και ο Καλάθης. Το κυριότερο είναι να μη λέμε πως ο Γιάννης δεν μπορεί να προσαρμοστεί στα ευρωπαϊκά δεδομένα, αλλά να κάνουμε παιχνίδι το οποίο βοηθάει τον Γιάννη και την υπόλοιπη ομάδα. Αν δε συμβεί αυτό θα έχουμε πολύ μεγάλο πρόβλημα.»

Την εξέλιξη και την προοπτική του ΝΒΑ για τον Ιτούδη: Είναι μεγάλη τιμή για το ελληνικό μπάσκετ να έχει τέτοιους προπονητές στο εξωτερικό, τους πρεσβευτές της δηλαδή. Το κυριότερο για τον Ιτούδη δεν είναι η ικανότητα στην τακτική, αλλά η δυνατότητα του να διαχειρίζεται το έμψυχο υλικό ομάδων, όπως η ΤΣΣΚΑ. Αυτό είναι το δυσκολότερο κομμάτι στην προπονητική, να διαχειρίζεσαι δηλαδή «βεντέτες», τους μεγάλους παίκτες που απαρτίζουν τις ομάδες σε αυτό το επίπεδο. Ο Δημήτρης Ιτούδης, έδειξε από την αρχή πως είναι ικανός για αυτό και το έκανε με ιδιαίτερη έμφαση. Η δίψα που έχει για επιτυχίες θα τον πάει πολύ ψηλά. Το αν θα φτάσει στο ΝΒΑ δεν είναι ζήτημα ικανότητας, αλλά προσαρμογής.»